lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιτρέπω

Λεξικό: αγγλικά επιτρέπω
Μεταφράσεις: admit, afford, allow, commit, let, consent, enable, may, permit, presume, facilitate, authorize, empower, entitle, license, qualify, release
επιτρέπω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dopouštět, dopustit, dovolit, dovolovat, přijmout, připouštět, připustit, strpět, umožnit, uznat, oprávnit, povolit, souhlasit, trpět, zmocnit, zplnomocnit, ulehčit, usnadnit, autorizovat, opravňovat, pověřit, schválit, poskytnout, přivolit, svolit
επιτρέπω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einlassen, erlauben, gestatten, lassen, vorlassen, zugeben, zulassen, weglassen, leisten, erleichtern, ermöglichen, beauftragen, berechtigen, bevollmächtigen, ermächtigen, bewilligen, genehmigen
επιτρέπω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begå, la, tillade, tillagte, løslade, samtykke, lette, autorisere, bevilge
επιτρέπω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: admitir, dejar, permitir, reconocer, tolerar, aprobar, consentir, facilitar, franquear, posibilitar, apoderar, autorizar, facultar, habilitar, asentir
επιτρέπω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: admettre, permettre, plagier, tolérer, autoriser, consentir, souffrir, laisser, faciliter, attitrer, commissionner, accorder, acquiescer, comporte, condescendre, laisse
επιτρέπω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammettere, concedere, consentire, permettere, lasciare, agevolare, facilitare, autorizzare, accordare
επιτρέπω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begå, la, oppta, tillate, samtykke, lette, muliggjøre, autorisere, bevilge, godkjenne
επιτρέπω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: допускать, дозволять, позволять, разрешать, изволить, позволить, разрешить, облегчать, уполномочивать
επιτρέπω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: begå, erkänna, instämma, bifalla, la, låta, tillåta, tillåtelse
επιτρέπω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: lejoj, pranoj
επιτρέπω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sallia, suvaita, edellyttää, valtuuttaa, jättää, helpottaa
επιτρέπω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dopustiti, primiti, pristati
επιτρέπω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bebocsát, beereszt, enged, odaenged, megengedni, lehetővé, tenni
επιτρέπω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: admitir, aquiescer, consentir, permitir, reconhecer, tolerar, concordar, facilitar, apoderar, autorizar, facultar, habilitar
επιτρέπω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: admite, recunoaşte
επιτρέπω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dovoliti, priznati
επιτρέπω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: допускати, визнайте, вирішити, вирішіть, вирішувати, впускати, впустити, дозволений, дозволити, дозвольте, дозволяти, допустити, зазнавати, зазнати, здавати, нехай, постраждати, поступатися, приймати, прийняти, припускати, припустити, розплутайте, розчинити, розчиняти, скласти, страждайте, страждати, уповноважити, уповноважте, уповноважувати, хай, позволити, акредитувати
επιτρέπω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dopuszczać, pozwalać, pozwolić, umożliwiać, upoważniać, zezwalać
επιτρέπω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вырашаць, дазваляць, перамагаць, дазволіць, упаўнаважваць
επιτρέπω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zapnúť
επιτρέπω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

επιτρέπω συνώνυμα, επιτρέπω παραγωγα, επιτρέπω αρχικοι χρονοι, επιτρέπω προστακτική, επιτρέπω μεταφραση, επιτρέπω translate, επιτρέπω αγγλικα, επιτρέπω conjugate