lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επισυνάπτω

Λεξικό: αγγλικά επισυνάπτω
Μεταφράσεις: affix, attach, hitch, hook, pin, stick, annoyance, clinch, fasten, fix, tack, tackle, tag, bind, endear, rope, tether, anchor, secure
επισυνάπτω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: navěsit, přichytit, přikládat, přiložit, připevnit, připisovat, připnout, připojit, připoutat, přivázat, upevnit, vrazit, zachytit, zadržet, zaháknout, zavěsit, fixovat, přibít, sepnout, stanovit, upírat, upoutat, upřít, určit, ustálit, ustalovat, utkvět, uvázat, svázat, svazovat, vázat
επισυνάπτω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anmachen, befestigen, fixieren, heften, anbinden, anknüpfen, festmachen, spannen
επισυνάπτω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: enganchar, determinar, fijar, sujetar, amarrar, apegarse, atar, ligar
επισυνάπτω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accrocher, attacher, rattacher, assujettir, bosser, fixer
επισυνάπτω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agganciare, appiccicare, attaccare, legare, fissare
επισυνάπτω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hake, feste, nagle, binde, tillegge, bestemme
επισυνάπτω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: прицеплять, приделать, прикрепить, скрепить, укреплять, привязывать, закрепить
επισυνάπτω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hake, fästa, anbringa, stadga
επισυνάπτω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiinnittää, sitoa, köyttää
επισυνάπτω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: privezati
επισυνάπτω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hozzáerősít, odaerősíteni, ráerősíteni, odakötni
επισυνάπτω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: enganchar, determinar, fixar, atar, ligar, sujeitar
επισυνάπτω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyczepiać, przymocować, przywiązywać, umocować
επισυνάπτω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: befæste, feste, nagle, binde, bestemme
επισυνάπτω στα δανική »

Σχετικές λέξεις

επισυνάπτω το βιογραφικό μου σημείωμα, επισυνάπτω english, επισυνάπτω λεξικο, επισυνάπτω ορισμός, επισυνάπτω ετυμολογία, επισυνάπτω σημασία, επισυνάπτω συνώνυμο, επισυνάπτω στα γαλλικα, επισυνάπτω αγγλικα, επισυνάπτω μετάφραση