lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επισπεύδω

Λεξικό: αγγλικά επισπεύδω
Μεταφράσεις: accelerate, activate, advance, expedite, hasten, hurry, precipitate, quicken, spurt
επισπεύδω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aktivovat, oživit, svrhnout, urychlit, urychlovat, uspíšit, uvrhnout, zrychlit, zrychlovat
επισπεύδω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beschleunigen, fördern, befördern
επισπεύδω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aktivere, fremskynde, hast, fortne, raske, skynde
επισπεύδω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acelerar, activar, apresurar, adelantar, precipitar
επισπεύδω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accélérer, activer, chauffer, hâter, précipite, précipiter, avancer, bouler, brusquer, cravacher, inactiver
επισπεύδω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accelerare, affrettare, attivare
επισπεύδω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akselerere, aktivere, fremskynde, hast, hasta, ila, påskynda, fortne, raske, skynde
επισπεύδω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ускорять
επισπεύδω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: accelerera, brådska, fjäsk, hast, hasta, ila, påskynda, skynda, forcera
επισπεύδω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паскараць
επισπεύδω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jouduttaa, kiihdyttää, nopeuttaa
επισπεύδω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ubrzati
επισπεύδω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: siettetni, sürgetni, gyorsít
επισπεύδω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acelerar, activar, adiantar, apressar, atirar, apresaram, precipitar
επισπεύδω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кваптеся, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, пожвавтеся, прискорити, прискортеся, прискорювати, сподіватися, чекати
επισπεύδω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przyspieszać
επισπεύδω στα πολωνική »