lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επισκέπτομαι

Λεξικό: αγγλικά επισκέπτομαι
Μεταφράσεις: haunt, infest, obsess, visit, call, frequent, visited, tour
επισκέπτομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: navštěvovat, navštívit, posednout, pronásledovat
επισκέπτομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besuchen, heimsuchen, aufsuchen, bereisen, besichtigen
επισκέπτομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besøge, bese
επισκέπτομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: visitar, ver, visita
επισκέπτομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affliger, hanter, visiter, fréquenter, voir
επισκέπτομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: visitare
επισκέπτομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besøke, besøka, gjeste, oppsøke, bese, besiktiga
επισκέπτομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: постигать, навещать, посещать
επισκέπτομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anfäkta, besöka, bese, besiktiga
επισκέπτομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vizitë
επισκέπτομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kummitella
επισκέπτομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: posjetiti
επισκέπτομαι στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: visitar, frequentar, visita
επισκέπτομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: obiskati
επισκέπτομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nawiedzać, odwiedzać, zwiedzać
επισκέπτομαι στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: наведваць
επισκέπτομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: látogatni, megtekinteni, megnéz
επισκέπτομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відвідати, відвідувати, відновити, відновлення, відновлювати, відремонтувати, лагодження, лагодити, полагодити, ремонт, ремонтний, ремонтувати, ходити
επισκέπτομαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

επισκέπτομαι την πόλη μου 2014, επισκέπτομαι ρήμα, επισκέπτομαι την πόλη μου, επισκέπτομαι συνώνυμα, επισκέπτομαι συνώνυμο, επισκέπτομαι αόριστος, επισκέπτομαι conjugation