lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιρροή

Λεξικό: αγγλικά επιρροή
Μεταφράσεις: affect, ascendancy, control, earning, effect, impact, influence, leverage, taking
επιρροή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nadvláda, příjem, účinek, vláda, vliv
επιρροή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beeinflussung, einfluss, eingang, einwirkung, influenz, oberherrschaft, wirkung
επιρροή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: indflydelse, påvirkning
επιρροή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dominio, influencia, influjo, prestigio
επιρροή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ascendant, empire, influence, magistrature, pornocrate, recette
επιρροή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: impatto, incidenza, influenza, influsso, padronanza
επιρροή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innflytelse, påvirkning
επιρροή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: влияние, воздействие
επιρροή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: inflytande, påverkan
επιρροή στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: уплыў
επιρροή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvovalta
επιρροή στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: influencia, influência
επιρροή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vpliv
επιρροή στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vplyv
επιρροή στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авторитет, брикати, брикатися, вдих, витримати, відання, відгук, влада, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, вплив, впливання, держати, натхнення, повноваження, провести, проводити, реакція, стимул, тримати, триматися
επιρροή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wpływ
επιρροή στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

επιρροή συνώνυμα, επιρροή πανσεληνου, επιρροή αντωνυμο, επιρροή ετυμολογία, επιρροή λεξικό, επιρροή στα αγγλικα