lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επικρίνω

Λεξικό: αγγλικά επικρίνω
Μεταφράσεις: blame, censure, censurer, criticise, criticize, damn, deprecate, dispraise, reprehend, reprimand, reprobate, reprove, slate, upbraid, vituperate, animadvert, clobber, impeach, snipe, tip
επικρίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hanit, kárat, napomenout, napomínat, neschvalovat, odsoudit, odsuzovat, pokárat, vyčítat, vytknout, vytýkat, zamítnout, zatratit, zavrhnout, zavrhovat, kritizovat, zkritizovat
επικρίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: mäkeln, tadeln, verurteilen, angreifen, bemängeln, kritisieren, gerügt, getadelt, rügen, zurechtweisen
επικρίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dadle, klandre, kritisere, laste, misbillige, tugte, nedrakke, påtale
επικρίνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amonestar, censurar, desaprobar, regaľar, reprender, reprobar, reprochar, criticar
επικρίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: admonester, apostropher, blaguer, blâmer, censurer, chapitrer, désapprouver, désavouer, disputer, épiloguer, fronder, improuver, réprimander, réprouver, semoncer, vitupérer, chiner, critiquer, draper, redire, vétiller, gronder
επικρίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: biasimare, criticare, disapprovare, rimproverare, vituperare
επικρίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anmerka, dadle, klandra, klandre, kritisere, laste, misbillige, tala, tukte, kritisert, nedrakke, påtale
επικρίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: осуждать, порицать, хулить, критиковать, осудить, побранить
επικρίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anmärka, klandra, tadla, tillrättavisa, kritisera
επικρίνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvostella, kirota, läksyttää, moittia, nuhdella, ojentaa, paheksua, torua
επικρίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kifogásol, bírál, bírálni, kritizál, kritizálni
επικρίνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: censurar, criticar, reprovar
επικρίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ganić, krytykować, zganić
επικρίνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: крытыкаваць
επικρίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kritizovať
επικρίνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: засідати, критикувати, критикуйте, посидьте, сісти
επικρίνω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

επικρίνω συνώνυμα, επικροτώ λεξικό, επικρίνω κατακρίνω, επικρίνω σημασία