lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επικοινωνία

Λεξικό: αγγλικά επικοινωνία
Μεταφράσεις: communication, traffic, transport, cognizance, dispatch, gong, intelligence, knowledge, message, news, newscast, note, notice, poop, word, coherence, coherency, communications, connectivity, contact, liaison, link, telecommunication
επικοινωνία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doprava, provoz, sdělení, spojení, informace, novinka, oznámení, poselství, zpráva, zvěst, poměr, souvislost, spoj, spojitost, styk, vázání, vazba, vztah
επικοινωνία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kommunikation, mitteilung, verbindung, verkehr, anruf, anzeige, auskunft, botschaft, kenntnis, kunde, nachricht, notiz, fernmeldewesen, nachrichtenwesen, zusammenhang
επικοινωνία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beretning, kommunikation, trafik, besked, bud, budskab, meddelelse, melding, underretning, forbindelse, forhold, kontakt, skrivelse
επικοινωνία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: circulación, comunicación, información, mensaje, noticia, novedad, nueva, recado, conexión, correspondencia, enlace, telecomunicación
επικοινωνία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: circulation, communication, intercommunication, prendre, bruit, information, message, nouvelle, rancard, renseignement, vent, communion, connexion, correspondance, liaison, relation
επικοινωνία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: circolazione, comunicazione, traffico, messaggio, notizia, collegamento, legamento
επικοινωνία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kommunikasjon, samferdsel, trafikk, beskjed, bud, budskap, etterretning, informasjon, melding, nyhet, nytt, underretning, forbindelse, forhold, koherens, kontakt, samband, sammenheng, skrivelse
επικοινωνία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: движение, коммуникация, весточка, весть, известие, извещение, сведение, сообщение, связь
επικοινωνία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kommunikation, samfärdsel, bud, budskap, meddelande, nyhet, underrättelse, uppgift, koherens, skrivelse
επικοινωνία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: движение, комуникация, известие, съобщение
επικοινωνία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kommunikatsioon, teade
επικοινωνία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: liikenne, ilmoitus, sanoma, tiedotus, uutinen, viesti, yhteys
επικοινωνία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: promet, vijest, spoj, veza
επικοινωνία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érintkezés, forgalom, hírközlés, kapcsolattartás, kommunikáció, közlekedés, összeköttetés, értesítés, hír, híradás, ismeret, újság, üzenet, kapcsolat, katonai, összefüggés, z
επικοινωνία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: komunikacija, pranešimas, žinia, žinutė
επικοινωνία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: circulação, comunicação, comunicacional, tráfego, anuncio, aviso, divulgaria, mensagem, noticia, notícia, notificaria, recado, referencia, transmissiva, enlace, nexo, relacione, vínculo
επικοινωνία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: circulaţie
επικοινωνία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: promet, sporočilo
επικοινωνία στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: komunikacja, wiadomość, łączność
επικοινωνία στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: надаванне, наданне, перадаванне, перадача, повязь, сувязь
επικοινωνία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, вказівка, достачання, зламати, зламатися, ламати, ламатися, натяк, нотифікація, обриватися, обслуговування, оповіщення, перевіз, передача, перерва, перервати, побити, повідомлення, поломка, порада, порушити, порушувати, послуга, рада, репорт, розбивати, розбити, розірвати, розламати, розрив, розривати, розтрощити, розтрощувати, сервіс, служба, спілкування, сповіщення, сполучення, трощити, асоціація, банд, бандаж, бона, взаємодія, відносини, відношення, доречність, залежність, залишатися, залишитися, зносини, зупинятися, зчеплення, кільце, когезія, когерентність, контакт, контактна, контактний, контактувати, контекст, контекстний, ланка, лишатися, лишитися, облігація, перебування, поєднання, пожити, послідовність, проживати, родич, співвідношення, стосунки
επικοινωνία στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

επικοινωνία ορισμός, επικοινωνία με cosmote, επικοινωνία fm, επικοινωνία με vodafone, επικοινωνία otenet, επικοινωνία ετυμολογία, επικοινωνία και μμε, επικοινωνία club, επικοινωνία βικιπαίδεια, επικοινωνία ppt