lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιδότηση

Λεξικό: αγγλικά επιδότηση
Μεταφράσεις: donation, endowment, grant, grant-in-aid, subsidy, subvention, allowance, benefit, dole
επιδότηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dar, darování, dotace, dotování, nadání, podpora, pomoc, subvence, věnování, náhrada, povolení, přídavek, příspěvek, udělení
επιδότηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dotation, gabe, schenkung, spende, stiftung, subvention, subtraktion, beihilfe, unterstützung, zuschuss
επιδότηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: gave, subsidier, bidrag, statsbidrag, tilskud, godtgørelse
επιδότηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: donación, dotación, subsidio, subvención, ayuda, socorro
επιδότηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: don, dotation, subvention, subside, allocation, indemnité, présalaire, secours
επιδότηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dono, dote, sovvenzione, sussidio, assegno, indennità
επιδότηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dotasjon, gave, subsidie, bidrag, statsbidrag, tilskudd, godtgjørelse, stønad, trygd
επιδότηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вклад, дарование, дотация, пожертвование, субсидия, субсидией, субсидии, субсидий, субсидиями, субвенция, пособие
επιδότηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: subvention, bidrag, statsbidrag, stönad, understöd
επιδότηση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: дар, дотация, добавка
επιδότηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: датацыя, субсідыя, субвенцыя
επιδότηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: anne, annetus
επιδότηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: anti, apuraha, avustus, kyky, lahja, lahjakkuus, apu, korvaus
επιδότηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: talent
επιδότηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szubvenció, juttatás, segély
επιδότηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: auka, dotacija, dovana, subsidija, talentas
επιδότηση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: subsidio, subsídio, subvenção, subvencione, talento
επιδότηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: grant, dotácia
επιδότηση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дар, дотація, субвенція, субсидія
επιδότηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dotacja, subsydium, subwencja, zasiłek
επιδότηση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

επιδότηση πετρελαίου 2014, επιδότηση πετρελαίου θέρμανσης 2014, επιδότηση πετρελαίου, επιδότηση ενοικίου 2014, επιδότηση οαεδ, επιδότηση ενοικίου, επιδότηση νέων επιχειρήσεων 2014, επιδότηση οαεδ για νέους επαγγελματίες 2014, επιδότηση ανέργων 2014, επιδότηση θέρμανσης