lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιδοκιμασία

Λεξικό: αγγλικά επιδοκιμασία
Μεταφράσεις: adhesion, applause, approbation, approval, praise, tumbler, accolade, citation, commendation, encomium, eulogy, acclaim, acknowledgement, acknowledgment, allowance, appreciation, credit, discretion, establish, recognition
επιδοκιμασία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aprobace, schválení, souhlas, uznání, chvála, chvalozpěv, citace, citát, citování, obsílka, pochvala, potlesk, předvolání, velebení, vychvalování, potvrzení, poznání, přijetí, průzkum, svolení, vděčnost
επιδοκιμασία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: approbation, billigung, genehmigung, anführung, applaus, beifall, belobigung, belobung, lob, vorladung, zitat, anerkennung, belieben, erkennung, ermessen, gutdünken
επιδοκιμασία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bifald, godkendelse, tilslutning, applaus, berøm, lov, pris, ros, behag
επιδοκιμασία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aprobación, beneplácito, alabanza, aplauso, apología, cita, citación, elogio, encomio, acogida, admisión, reconocimiento
επιδοκιμασία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrément, approbation, apologie, applaudissement, citation, compliment, éloge, louange, adoption, assentiment, confirmation, légitimation, récognition, reconnaissance
επιδοκιμασία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammissione, approvazione, consenso, applauso, citazione, distinzione, elogio, encomio, lode, ammirazione, riconoscimento
επιδοκιμασία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bifall, godkjennelse, godkjenning, tilslutning, anerkjennelse, applaus, berøm, lov, pris, prisa, ros, behag, betraktning, erkjennelse, gjenkjennelse
επιδοκιμασία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: апробация, одобрение, восхваление, похвала, цитата, признание, согласие, усмотрение
επιδοκιμασία στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: одобрение, похвала, цитат
επιδοκιμασία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адабрэнне, пахвала, прызнанне
επιδοκιμασία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: heakskiit, aplaus
επιδοκιμασία στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: helyeslés, dicséret, idézés, idézet, belátás, elismerés, köszönetnyilvánítás
επιδοκιμασία στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplauso, aprovação, beneplácito, elogio, aproariam, cita, citação, louvor, prestigio, reconhecimento
επιδοκιμασία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: schválenie, chvála
επιδοκιμασία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцепт, аплодисменти, апробація, визнавати, визнання, визнати, впізнавати, згода, зізнання, оплески, підтвердження, признавати, признати, приймання, прийняття, прийом, розпізнавання, розпізнайтеся, схвалення, похвала, цитата, вступ, вхід, допущення, доступ, заклад, запорука, застава, освідчення, признання, припущення, розписка, сповідь
επιδοκιμασία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aprobata, pochwała, uznanie
επιδοκιμασία στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beröm, bifall, prisa, ros, acklamation, behag, betraktning, erkännande
επιδοκιμασία στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kättentaputus, lainaus, muistopuhe, sitaatti, ylistys, hyväksyminen
επιδοκιμασία στα φινλανδικά »

Σχετικές λέξεις

επιδοκιμασία λεξικο, επιδοκιμασία ετυμολογία