lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιδεινώνω

Λεξικό: αγγλικά επιδεινώνω
Μεταφράσεις: aggravate, charge, debit, handicap, load, burden, burthen, saddle, weight, deteriorate, exacerbate, prejudice, worsen, impair
επιδεινώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nabíjet, nabít, nakládat, naložit, naplnit, obtížit, obvinit, obžalovat, pověřit, přitížit, vinit, zahrnout, zatížit, zaútočit, zhoršit, ztížit, zatěžovat, roztrpčit, zhoršovat, narušit, rozčilit, znehodnotit
επιδεινώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufladen, beladen, belasten, beschuldigen, beschweren, laden, verschlimmern, überladen, erbittern, verschlechtern
επιδεινώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anklage, belaste, laste, tynge, behefte, debitere, forvirre
επιδεινώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acusar, agravarse, cargar, encargar, gravar, agravar, desmejorar, deteriorar, empeorar, exacerbar, recrudecer
επιδεινώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accabler, accuser, aggraver, alourdir, charger, grever, surcharger, empirer, exaspérer, altérer, exacerber
επιδεινώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: addebitare, aggravare, appesantire, caricare, gravare, imputare, incaricare, peggiorare, tacciare, aggravarsi, alterare, complicare
επιδεινώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anklage, belasta, belaste, forverre, laste, lesse, tynge, behefte, bretunga, debitere, debitert
επιδεινώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заряжать, нагружать, обременять, отягощать, нагрузить, обременить, отяготить, раздражать, ухудшать, ухудшить
επιδεινώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: belasta, betunga, belyste, debitera, försämra, förvärra
επιδεινώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: acaroj
επιδεινώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ladata, pahentaa, raskauttaa, syyttää, huonontaa, huonontua, pahentua
επιδεινώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: opteretiti
επιδεινώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megterhelni
επιδεινώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acusar, agravar, agravares, carregar, incumbir, gravar, deteriorar, exacerbar
επιδεινώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: agrava
επιδεινώνω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: obciążać, obciążyć, pogarszać, pogorszyć
επιδεινώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пагаршаць
επιδεινώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: halvenema
επιδεινώνω στα εσθονική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: загострити, загострювати, зіпсувати, зіпсуватися, погіршити, погіршитися, погірште, погірштеся, погіршувати, погіршуватися, порушити, порушувати, псувати, псуватися
επιδεινώνω στα ουκρανικά »