lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επιβλέπω

Λεξικό: αγγλικά επιβλέπω
Μεταφράσεις: inspect, mind, oversee, superintend, supervise, tend, audit, check, control, discipline, inquire, monitor, rein, overlook
επιβλέπω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beachten, beaufsichtigen, kontrollieren, inspizieren, prüfen, überprüfen, überwachen
επιβλέπω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: passe, stelle, kontrollere, beherske, regere, styre
επιβλέπω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: celar, mirar, vigilar, guardar, inspeccionar, comprobar, controlar, registrar, supervisar
επιβλέπω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: surveiller, veiller, examiner, inspecter, contrôler, récoler, superviser, vérifier, chaperonner
επιβλέπω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sorvegliare, vigilare, controllare, esaminare, ispezionare, padroneggiare, verificare
επιβλέπω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: etterse, overvåke, passa, passe, skjøtte, stelle, kontrollere, kontroll, reviera, styre
επιβλέπω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: надзирать, присматривать, осматривать, контролировать, ревизовать, управлять
επιβλέπω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: passa, tillse, efterse, kontramärke, kontroll, kontrollera, revidera, övervaka
επιβλέπω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tarkastaa, valvoa, hallita
επιβλέπω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: fiscalizar, vigilar, inspeccionar, vistoriar, controlar, registrar, verificar
επιβλέπω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: doglądać, dozorować, kontrolować, nadzorować
επιβλέπω στα πολωνική »
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dohlížet, kontrolovat, ohledat, prohlížet, prozkoumat, vyšetřit, zkontrolovat, zkoumat, dozírat, ověřit, překontrolovat, přezkoušet, prověřit, revidovat, dohlédnout
επιβλέπω στα τσεχική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kontrolloj
επιβλέπω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: наглядаць, кантраляваць
επιβλέπω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: доглядати, наглядати, оглядати, оглянути, підгляньте, пропустити, управляє, контролювати
επιβλέπω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

προβλέπω συνώνυμα, επιβάλλω συνωνυμα, επιβλέπω αόριστοσ, επιβάλλω english, επιβάλλω αγγλικα, επιβάλλω στα αγγλικά, επιβλέπω translation