lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επηρεάζω

Λεξικό: αγγλικά επηρεάζω
Μεταφράσεις: affect, act, actuate, effect, get, got, influence, steam, stream, sway
επηρεάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: ovlivnit, působit, jednat, ovlivňovat, proudit, zapůsobit
επηρεάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eingewirkt, einwirken, wirken, beeinflussen, einfließen, eingehen
επηρεάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: berøre, påvirke, virke, akt, handle
επηρεάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: influir, desaguar, desembocar, pesar
επηρεάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agir, influer, réagir, solliciter, affluer, influencer
επηρεάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: berøre, påverka, påvirke, verka, virke, akt, handla
επηρεάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: влиять, воздействовать, вплывать, втекать, наплывать
επηρεάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: berörde, inverka, påverka, verka, afficiera, akt, göra, handla, influera, inflytande, inverkan, mynna
επηρεάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паўплываць, уздзейнічаць, уплываць
επηρεάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vaikuttaa
επηρεάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вадити, взаємодійте, впливати, завадити, маніпулювати, орудувати, прикиньтеся
επηρεάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: oddziaływać, wpływać
επηρεάζω στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agire, influenzare, influire
επηρεάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: influenciar, influir
επηρεάζω στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

επηρεάζω συνωνυμα, επηρεάζω επιρροή, επηρεάζω ετυμολογία, επηρεάζω in english