lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επενδύω

Λεξικό: αγγλικά επενδύω
Μεταφράσεις: contribute, insert, invest, poke, put, putt
επενδύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: investovat, klást, nasadit, obklíčit, oblehnout, položit, posadit, postavit, připravit, sázet, stavět, strkat, uložit, umístit, vkládat, vložit, vpravit, vsadit, vsunout, zařadit, zasadit, zastrčit, zasunout
επενδύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anlegen, antun, anziehen, aufsetzen, einfügen, einlegen, einsetzen, hineinlassen, investieren, legen, platzieren, setzen, stecken, stellen
επενδύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: investere, lægge, sætte, stille
επενδύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: colocar, encajar, ingerir, injerir, insertar, introducir, invertir, meter, poner, situar
επενδύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: chausser, emboîter, endosser, insérer, introduire, investir, mettre, placer, rendosser
επενδύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calzare, collocare, innestare, inserire, investire, mettere, porre
επενδύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innsette, investere, stikke
επενδύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вкладывать, класть, надевать, инвестировать
επενδύω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: укладаць, укладваць
επενδύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: investeerima
επενδύω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asettaa, investoida, panna, sijoittaa
επενδύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: staviti
επενδύω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: belerak, berak, berakni, betenni, befektet
επενδύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colocar, intercalar, introduzir, invertia, meter, situar
επενδύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: postaviti
επενδύω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vložiť, investovať
επενδύω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вкладати, вкласти, додавати, додати, огородити, оточіть, розміщувати
επενδύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wkładać, zainwestować
επενδύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

επενδύω συνώνυμα, επενδύω αγγλικά, επενδύω επιφάνειες με φυσική πέτρα, επενδύω συνώνυμο, επενδύω ετυμολογια, επενδύω στα αγγλικα, επενδύω λεξικό, επενδύω συναισθηματικά, επενδύω κλίση