lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επανακτώ

Λεξικό: αγγλικά επανακτώ
Μεταφράσεις: recapture, reclaim, recover, regain, retrieve, undelete, regained, repossess
επανακτώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obnovit, opravit, vymáhat, získat
επανακτώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gewinnen, zurückbekommen
επανακτώ στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desquitar, recobrar, recuperar, desempeñar
επανακτώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: rattraper, ravoir, rayonner, réacquérir, reconquérir, recouvrer, récupérer, regagner, ressaisir, retrouver, reprendre
επανακτώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: estrarre, recuperare, riacquistare, riavere, riconquistare, ricuperare, riguadagnare, riprendere
επανακτώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjenvinne
επανακτώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: återfå, återfinna, återhämta, återvinna
επανακτώ στα σουηδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: recobrar, recuperar
επανακτώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odzyskać, odzyskiwać
επανακτώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αποκτώ συνώνυμα