lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επίπεδο

Λεξικό: αγγλικά επίπεδο
Μεταφράσεις: deck, degree, league, level, pitch, standard, step, flat, flatbed, planar, plane, plat, two-dimensional
επίπεδο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hladina, horizont, libela, patro, rovina, úroveň, mělký, plán, plocha, plochý, rovinný, rovný, pláň
επίπεδο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: grad, niveau, stufe, abgeschmackt, eben, flach, planen, platt, ebene
επίπεδο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: grad, højde, niveau, plan, flad, jævn, slette
επίπεδο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: altura, grado, nivel, piso, chato, igual, insípido, liso, llano, piano, plano, raso, llana
επίπεδο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: horizon, niveau, rez-de-chaussée, abrasé, aplati, piat, plan, plat, ras, truffe, arase, plaine
επίπεδο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: livello, piano, piatto
επίπεδο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grad, høyde, nivå, plan, flat, jevn, platt, sælt, slett, slette
επίπεδο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: уровень, ярус, плоский, плоскостной, плоскость
επίπεδο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: nivå, plan, flack, flat, jämn, jevne, platt, slät
επίπεδο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: nivel
επίπεδο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: стандарт
επίπεδο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tase, lame
επίπεδο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: taso, hengetön, laakea, lakea, lattea, tasainen
επίπεδο στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szint, színvonal, lapos, sík
επίπεδο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lygis, lygmuo, horizontalus, lygus, plokščias
επίπεδο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: civilizais, grado, nível, piso, chato, igual, liso, plano, planta, raso
επίπεδο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: raven
επίπεδο στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, градація, градус, знак, кидати, кидок, кинути, літак, луска, лущити, лущитися, марка, масштаб, міра, мітка, нахил, ознака, оцінка, падіння, підніматися, піднятися, плаский, плоский, площина, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, прикмета, рівень, розмір, розташовувати, розташувати, слід, ступінь, схил, шкала, штамп, банальний, безцільний, двовимірний, заяложений, квартира, млявий, нудний, план, плескатий, площинний, прісний, рівний
επίπεδο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: poziom, płaski, równia
επίπεδο στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блюдо, плоскасны, плоскі, роўны
επίπεδο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ravan, ravnica
επίπεδο στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

επίπεδο του εππ η της εθνικής ταξινόμησης, επίπεδο εππ, επίπεδο σημαντικότητας, επίπεδο δικτύου, επίπεδο β, επίπεδο κατάρτισης με βάση την εθνική ή διεθνή ταξινόμηση, επίπεδο με βάση το εππ, επίπεδο σημαντικότητας α, επίπεδο εφαρμογής, επίπεδο γλωσσομάθειας ασεπ