lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επένδυση

Λεξικό: αγγλικά επένδυση
Μεταφράσεις: investing, investment, asset, contribution, deposit, inlay, input, refill, stake
επένδυση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: investice, obklíčení, obležení, vklad, nános, přínos, příspěvek, sázka
επένδυση στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: investering, bidrag, væddemål
επένδυση στα δανική »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: investissement, placement, apport, collaboration, contribution, écot, enjeu, fournissement, mise
επένδυση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: investimento, contributo, scommessa
επένδυση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: investering, pengeplassering, bidrag, innsats, veddemål
επένδυση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вклад, инвестиция, лепта, пожертвование
επένδυση στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: инвестиция
επένδυση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: investointi, sijoitus, panos
επένδυση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beruházás, befektetés, betét, hozzájárulás, tét
επένδυση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: investicija, įnašas
επένδυση στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вклад, вкладання, вкладення, інвестиції, інвестиційний, інвестиція, введення, ввід, відведення, внесення, внесок, володіння, вхід, депозит, депозитний, депонувати, дотація, завдатковий, завдаток, затрати, каплиця, контрибуція, наділення, пожертва, пожертвування, позбавлення, проведення, споживання, суміщення, утримування, холдинг, холдинговий, холдінг
επένδυση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: inwestowanie, inwestycja, wkład
επένδυση στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anlage, investition, kapitalanlage, beitrag, einlage, mine
επένδυση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: inversión, aportación, contribución, depósito, empleo
επένδυση στα ισπανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інвестыцыя, уклад
επένδυση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prilog
επένδυση στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: depósito
επένδυση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: contribuţie
επένδυση στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

επένδυση τοίχου, επένδυση πέτρας, επένδυση αξίας, επένδυση τζακιου, επένδυση συνώνυμο, επένδυση χρημάτων, επένδυση greenfield, επένδυση τιμονιού, επένδυση σκάλας, επένδυση στο ελληνικό