lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: επάγγελμα

Λεξικό: αγγλικά επάγγελμα
Μεταφράσεις: profession, art, craft, handicraft, trade, avowal, confession, creed, declaration, denomination, faith, occupation, persuasion, religion, anticlimax, calling, career, disappointment, heartbreak, letdown, place, vocation, walk
επάγγελμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: povolání, profese, vyznání, řemeslo, živnost, doznání, náboženství, přiznání, víra, zaměstnání, zpověď, zklamání
επάγγελμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beruf, gewerbe, handwerk, beichte, bekenntnis, eingeständnis, geständnis, gestehen, glaube, konfession, religion, arbeit, berufung, enttäuschung, fach, karriere
επάγγελμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fag, stilling, yrke, næringsliv, religion, skrifte, falk, kald, næring
επάγγελμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: profesión, artesanía, confesión, creencia, fe, religión, chasco, contratiempo, decepción, desengaño, desilusión, ocupación, oficio, trabajo, vocación
επάγγελμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: métier, profession, artisanat, chevalier, industrie, aveu, confession, religion, déception, désappointement, matelotage, mécompte, théâtre
επάγγελμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: mestiere, professione, artigianato, confessione, religione, delusione, disappunto
επάγγελμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fag, profesjon, yrke, handverk, håndverk, næringsliv, bekjennelse, konfesjon, religion, tro, erupsjon, erverv, falk, næring
επάγγελμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: профессия, мастерство, промысел, ремесленничество, ремесло, вероисповедание, исповедь, признание
επάγγελμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: profession, yrke, hantverk, hemslöjd, slöjd, bekännelse, konfession, fack, näring
επάγγελμα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: професия, занаят, занятие, признание, религия
επάγγελμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elukutse, piht, usund
επάγγελμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ala, ammatti, elinkeino, käsityö, rippi, tunnustaminen, tunnustus, uskonto, pettymys, ura
επάγγελμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hivatás, ipar, mesterség, beismerés, bevallás, felekezet, hit, vallás
επάγγελμα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: profissão, arte, indústria, oficio, ofício, confisco, fé, prestigio, profecia, religião, chasco
επάγγελμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: profesja, rzemiosło, wyznanie, zawód
επάγγελμα στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mjeshtëri, fe
επάγγελμα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: рамяство, прызнанне
επάγγελμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: obrtništvo, zanat, zanimanje, služba
επάγγελμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виріб, промисел, ремесло, справляння, спритність, створення, судно, торгівля, укладення, визнання, вступ, вхід, допущення, доступ, заклад, запорука, застава, зізнання, освідчення, підтвердження, признання, прийняття, припущення, розписка, розпізнавання, сповідь, бізнес, бізнесовий, діло, діловий, діяльність, зайнятість, заняття, окупаційний, окупація, покликання, справа, схильність, фах
επάγγελμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: išpažintis, religija, tikėjimas, pašaukimas
επάγγελμα στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: mărturisire
επάγγελμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: poklic
επάγγελμα στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

επάγγελμα γυναίκα, επάγγελμα ρεπόρτερ, επάγγελμα ορισμός, επάγγελμα αεροσυνοδός, επάγγελμα μεταφραστής, επάγγελμα έκθεση, επάγγελμα γονέας πανεύκολο, επάγγελμα του μέλλοντος, επάγγελμα φωτογράφος, επάγγελμα από ρ