lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξωτερικός

Λεξικό: αγγλικά εξωτερικός
Μεταφράσεις: alien, foreign, outlandish, aberrant, bizarre, eerie, funny, odd, odd-looking, outré, peculiar, quaint, queer, quirky, rum, rummy, singular, strange, surprising, weird, extraneous, inorganic, mere, remote, stranger, unfamiliar, overseas
εξωτερικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cizí, cizinec, zahraniční, bizarní, divný, jednotlivý, kuriózní, podezřelý, podivínský, podivný, překvapující, směšný, udivující, žertovný, zvláštní, cizorodý, vzdálený
εξωτερικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausländisch, fremd, fremder, befremdend, eigenartig, eigentümlich, fremde, kurios, merkwürdig, seltsam, sonderbar, unheimlich, verwunderlich, wunderlich, fremdländisch, fremdartig, auswärtig
εξωτερικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fremmed, udenlandsk, udlænding, aparte, besynderlig, egen, ental, forunderlig, kunstig, kuriøs, mærkelig, morsom, rar, sær, særegen, sjov, snedig, underlig
εξωτερικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ajeno, extranjero, extraño, forastero, cómico, curioso, divertido, peregrino, raro, ridículo, singular, sorprendente, advenedizo, desconocido, exótico
εξωτερικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: étranger, forain, bizarre, curieux, drôle, étonnant, étrange, fou, singulier, ałlochtone, étrangler, extérieur
εξωτερικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: estero, estraneo, forestiere, forestiero, straniero, bizzarro, buffo, comico, curioso, divertente, giocondo, peregrino, singolare, strambo, strano, alieno
εξωτερικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fremmed, utenlandsk, aparte, besynderlig, egen, egendomlig, eiendommelig, eksentrisk, entall, forunderlig, konstig, kunstig, kuriøs, merkelig, morsom, pussig, rar, sær, særegen, snål, snodig, underlig, utenriks, utrikes
εξωτερικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заморский, иноземный, иностранец, иностранный, чужеземный, забавный, причудливый, смешной, странный, посторонний, пришлый, чужак, чужаки, чужд, чужды, чуждый, чужой, заграничный, зарубежный
εξωτερικός στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: замежны, іншаземны, іншакраінны, министерство, чужаземны, дзіўны, вольны, далёкі, непрыхільны, чужы, загранічны
εξωτερικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: võõras, imelik, kummaline, naljakas, veider
εξωτερικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tuntematon, ulkomaalainen, vieras, erikoinen, hassu, hullunkurinen, huvittava, kummallinen, merkillinen, omituinen
εξωτερικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stran, čudan, neobičan, smiješan, zabavan, stranac, inozemni, vanjski
εξωτερικός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: svetimas, svetimšalis, keistas
εξωτερικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alienígena, ameno, estrangeiro, estranho, bizarro, chocante, cómico, divertido, engraçado, esquisito, excêntrico, extravagante, peregrino, extraio, exótico, raro
εξωτερικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: закордонний, зарубіжний, зовнішній, іноземний, сторонній, віддалений, дивний, допитливий, екстраординарний, забавний, любити, надзвичайний, неабиякий, незвичайний, незнайомий, неприродний, позачерговий, примхливий, скручений, сподобатися, схожий, чудакуватий, чудний, чужий, чужоземний, далекий, іноземець, необізнаний, неорганічний, прибулий, чужинець, чужій, чужоземець, чужої, чужою
εξωτερικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cudzoziemski, dziwny, obcokrajowy, obcy, zagraniczny
εξωτερικός στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aparte, besynnerlig, egen, egendomlig, konstig, kuriös, lustig, märklig, märkvärdig, pussig, rar, sär, säregen, snål, underlig, främling, främmande, obekant, utländsk, utrikes
εξωτερικός στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érdekes, furcsa, különös, sajátságos, idegen, külföldi
εξωτερικός στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bizar, ciudat, străin
εξωτερικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: čuden, smešen
εξωτερικός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

εξωτερικός σκληρός δίσκος, εξωτερικός συνεργάτης, εξωτερικός σκληρός δίσκος wifi, εξωτερικός σκληρός δίσκος media markt, εξωτερικός δίσκος toshiba 2.5'' store basics 1tb usb 3.0, εξωτερικός απινιδωτής, εξωτερικός φωτισμός, εξωτερικός σκληρός δίσκος τιμές, εξωτερικός συνεργάτης english, εξωτερικός φωτισμός κτιρίου