lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξοχή

Λεξικό: αγγλικά εξοχή
Μεταφράσεις: country, land, nation, southern, state, terrene, area, countryside, environ, environs, locality, neighbourhood, side, site, surface, surrounding, surroundings, vicinage, commonality, polity, realm, you, kraal, thorp, village
εξοχή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kraj, půda, vlast, zem, země, zemina, krajina, oblast, okolí, okolnosti, pásmo, prostředí, území, zóna, postavení, stav, venkov, ves, vesnice
εξοχή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: boden, erdboden, erde, inland, land, staat, bereich, gebiet, gegend, gelände, landschaft, strich, umgebung, umgegend, herrschaft, reich, verfassung, dorf, ortschaft
εξοχή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fange, jord, jordsmon, lægder, land, lande, stat, bygd, distrikt, egn, kant, miljø, omegn, omgivelse, område, region, de, ni, provins, staten, tilstand, by, landsby, landsbygd
εξοχή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aterrizar, desembarcar, estado, nación, país, tierra, afueras, alrededores, cercanía, comarca, lugar, paraje, parte, rededor, redonda, región, terreno, aldea, campaña, campo, pueblo
εξοχή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bord, climat, patelin, pays, terre, alentours, banlieue, canton, contré, contrée, entour, parage, plage, région, état, bavolet, campagne, champ, village
εξοχή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: campagna, paese, terra, dintorni, regione, loro, stato, area, campo, villaggio
εξοχή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: innland, jordsmonn, lægder, land, lande, stat, bygd, distrikt, egn, grannskap, kant, miljø, omegn, omgivelse, område, region, strøk, trakt, de, herskap, ni, rike, staten, by, landsby, landsbygd
εξοχή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: земля, почва, страна, территория, местность, область, околоток, окрестность, округа, государство, деревня
εξοχή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: land, länder, stat, bygd, distrikt, egon, grannskap, kant, nejd, omgivning, område, region, strök, trakt, ni, rike, by, landsbygd
εξοχή στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tokë, shtet, fshat
εξοχή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: държава, земя, почва, страна, село
εξοχή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зямля, край, дзяржава, вёска
εξοχή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kallas, maa, riik, küla, maakoht
εξοχή στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maa, maalaji, multa, tanner, alue, kulmakunta, paikka, puoli, seutu, ympäristö, tila, valtakunta, valtio, kylä, maaseutu
εξοχή στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kopno, zemlja, kraj, okolina, pokrajina, država, stanje, ladanje, selo
εξοχή στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: belföld, ország, környék, táj, vidék, állam, falu
εξοχή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dirva, kraštas, šalis, sausuma, žemė, valstybė, kaimas
εξοχή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aterrar, chão, desembarcar, estado, país, solo, terra, alardeadores, arredores, cercanias, lugar, pararei, parte, aldeia, campanha, campo, povoado
εξοχή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dežela, država
εξοχή στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kraj, okolica, państwo, wieś
εξοχή στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: împrejurimi, stare, stat
εξοχή στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: край, область, сфера, галузь, держава, державний, державу, затверджувати, затвердити, заявити, заявляти, знаходження, констатувати, королівство, країна, народ, нація, співдружність, стан, стверджувати, сформулювати, твердити, формулювати, царина, царство, штат
εξοχή στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εξοχή θεσσαλονίκης, εξοχή δράμας, εξοχή ξενοδοχείο ιωάννινα, εξοχή πιερίασ, εξοχή οικόπεδο πωλείται, εξοχή ονειροκρίτης, εξοχή ξάνθης, εξοχή καβάλασ, εξοχή ετυμολογία, εξοχή στα αγγλικά