lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξουσία

Λεξικό: αγγλικά εξουσία
Μεταφράσεις: authority, cardinality, force, harder, might, power, strength, superpower, commission, mandate, powers, proxy, warrant, main, mightiness, potency, puissance, administration, ascendancy, control, dominion, hierarchy, mastery, reign, rule, sway, throne
εξουσία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: autorita, moc, odborník, orgán, pravomoc, úřad, vážnost, vliv, kapacita, moci, mocnost, mohutnost, násilí, pevnost, platnost, schopnost, síla, smět, účinnost, mandát, pověření, příkaz, zplnomocnění, nadvláda, ovládnutí, panství, převaha, správa, vláda
εξουσία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: autorität, berechtigung, bevollmächtigung, ermächtigung, bann, energie, gewalt, kraft, leistung, macht, potenz, stärke, vermögen, wucht, großmacht, mandat, vollmacht, dominanz, herrschaft, kontrolle, oberherrschaft, regierung, vorherrschaft
εξουσία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: autoritet, mandat, myndighed, respekt, åndsevne, effekt, fastet, hold, kraft, magt, mat, styrke, vende, bemyndigelse, potens, herredømme, kontrol, øvrighed, regering, styre
εξουσία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: autoridad, poder, dominación, dominio, firmeza, fortaleza, fuerza, potencia, carta, plenipotencia, poderes, cetro, imperio, mando
εξουσία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autorité, prestige, bras, capacité, énergie, flotte, force, grandeur, pouvoir, puissance, robustesse, trempe, vigueur, mandat, procuration, commandement, domination, église, empire, faculté, gouvernement, juridiction, magistrature, obéissance, prépotence, sceptre, sécularité, seigneurie, septennat, souveraineté
εξουσία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: autorevolezza, autorità, energia, forza, potenza, potere, vigore, delega, mandato, plenipotenza, procura, dominio, egemonia, padronanza
εξουσία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: autorisasjon, autoritet, mandat, myndighet, respekt, åndsevne, dyktighet, effekt, fasthet, hold, kraft, makt, styrka, styrke, velde, rike, stormakt, behørighet, bemyndigelse, fullmakt, potens, øvrighet, regjering
εξουσία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: авторитет, могущество, сила, уйма, энергия, держава, доверенность, мандат, полномочие, мощность, мощь, владычество, власть, господство, способность
εξουσία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: auktoritet, mandat, respekt, effekt, fasthet, kraft, makt, styrka, stormakt, behörighet, fullmakt, potens, välde
εξουσία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pushtet, forcë
εξουσία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: авторитет, могъщество, мощ, насилие, сила, мандат
εξουσία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: аўтарытэт, сіла, магутнасць, моц, улада
εξουσία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvovalta, auktoriteetti, mahtavuus, mahti, pakko, saattaa, valta, voima, pystyä, teho, väkevyys, valtakirja, valtuus, herruus
εξουσία στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: autoritetas, galia, jėga
εξουσία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: autoridade, competência, desprestigiar, poder, prestigio, força, fortaleza, furna, intensidade, potencia, potência, vigor, mandato, energia, potenciar, controle, demagogia, império, mando, reino, seroarão
εξουσία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: autoritate, forţă
εξουσία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: autorita, výkon
εξουσία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: авторитет, відання, влада, повноваження, агентство, агенція, бюро, велич, виразність, вудка, вудочка, гідність, глибина, гучність, дія, доброчесність, достоїнство, енергетичний, енергія, жвавість, імпульс, інтенсивність, міцність, міць, могутність, наголос, наголошення, напруження, насильство, потенція, поштовх, прагнення, представництво, прут, рука, сила, стержень, стрижень, том, цінність, чеснота, обсяг, отруйність, виводок, витримати, владу, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, вхопити, головування, держати, домініон, затискати, затискувати, затиснути, здібність, кермо, компетенція, майстерня, панування, перевага, провести, проводити, руль, стерно, стискати, стискувати, схопити, тримати, триматися, ухопити, ухопитися, факультет
εξουσία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: autorytet, moc, mocarstwo, pełnomocnictwo, potęga, władza
εξουσία στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jõud, tugevus, vägevus, vägi, kontroll
εξουσία στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moć, sila, snaga, moći, vlast
εξουσία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: energia, erő, hatalom, hatvány, teljesítmény, bírni, képesnek, lenni, tud, tudni, nagyhatalom, felhatalmazás, megbízás, fennhatóság, hatóság, kormány, kormányzás
εξουσία στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: lahko
εξουσία στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

εξουσία ετυμολογία, εξουσία γνώση και ηθική, εξουσία τι μπάλα παίζεις, εξουσία συνώνυμα, εξουσία και οργάνωση-διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος, εξουσία και απληστία, εξουσία συνώνυμο, εξουσία αποφθέγματα, εξουσία ορισμός, εξουσία - διονύσης τσακνής