lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξοπλισμός

Λεξικό: αγγλικά εξοπλισμός
Μεταφράσεις: apparatus, armament, armature, fitting, fittings, fixture, reinforcement, crew, gang, outfit, party, team, baggage, caparison, equipment, kit, turnout, bucket, set, suite, accessory, hardware, appliance, attachment, device, gadget, instrument, pointer, ruler, toaster, apparel, attire, costume, dress, garb, garment, guise, livery, raiment, rig, rig-out, vestment, empower, endowment, fitment, furnishing, furnishings, assembly, combination, compile, functionality, juxtapose, lot, package
εξοπλισμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aparát, přístroj, ústrojí, zařízení, armatura, kotva, příslušenství, vybavení, výstroj, výzbroj, vyzbrojení, vyzbrojování, výztuž, vyztužení, zbrojení, četa, družstvo, garnitura, mužstvo, oddíl, parta, vybavování, kolekce, komplet, řada, sada, souprava, nářadí, nástroj, pomůcka, stroj, strojek, chování, hábit, háv, kostým, kroj, oblek, oblékání, oděv, šat, šaty, úbor, ústroj, náčiní, komplex, množina, soubor
εξοπλισμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: apparat, gerät, vorrichtung, armatur, ausstattung, equipe, gruppe, mannschaft, ausrüstung, zeug, garnitur, satz, zubehör, instrument, vorratskammer, werkzeug, anzug, aufputz, aufzug, gewand, kleid, kleidung, kostüm, tracht, versorgung, reihe
εξοπλισμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: apparat, indretning, redskab, armatur, hold, mandskab, patrulje, team, ekvipering, udrustning, udstyr, instrument, middel, beklædning, kjole, tøj, armering, rustning, tilbehør, mængde, sats
εξοπλισμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aparato, radio, armazón, equipo, bagaje, conjunto, juego, equipamiento, artefacto, dispositivo, herramienta, instrumento, utensilio, ropa, traje, vestido, serie
εξοπλισμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appareil, brûloir, contrôleur, desséchant, diviseur, télautographe, téterelle, tire-lait, vibromasseur, armature, armement, équipement, robinetterie, équipe, bazar, paquetage, assommant, assortiment, batterie, complet, garniture, jeu, agrès, gréement, curvimètre, dispositif, fluviomètre, gadget, instrument, intégrateur, lactodensimètre, machin, oléomètre, outil, pare-feu, percolateur, pèse-sel, polissoir, porte-amarre, remontoir, tapette, uromètre, vide-pomme, accoutrement, ajustement, atour, costume, habit, mise, nippes, robe, tenue, vêtement, outillage, affûtage, ensemble, kit, série
εξοπλισμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparato, apparecchio, armamento, attrezzatura, compagine, corredo, equipaggiamento, squadra, apparecchiatura, equipaggio, guarnizione, arnese, attrezzo, congegno, dispositivo, meccanismo, strumento, utensile, abito, costume, tenuta, veste, vestito, arredamento, dotazione, insieme, repertorio
εξοπλισμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: apparat, innretning, armatur, opprustning, utstyr, besetning, mannskap, trupp, ekvipering, utrustning, stell, instrument, middel, verktøy, drakt, kjole, kostyme, nasjonaldrakt, påkledning, plagg, armering, rustning, tilbehør, utrusta, sats, sett
εξοπλισμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аппарат, прибор, арматура, вооружение, группа, команда, снаряжение, экипировка, оснащение, приспособление, костюм, наряд, наряжай, одежда, платье, убор, оборудование, переоборудование, сопоставь, составь, став
εξοπλισμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: apparat, attiralj, armatur, arbetslag, trupp, omgång, ställ, uppsättning, grej, instrument, dräkt, kläda, klänning, armering, tillbehör, utrusta, utrustning, utstyr, sats
εξοπλισμός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: прибор, арматура, въоръжение, снаряжение, приспособление, костюм
εξοπλισμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: koje, laite, vehje, aseistus, joukkue, porukka, varustus, laitteisto, aparaatti, kalu, työkalu, välikappale, väline, asu, leninki, puku, vaate, joukko
εξοπλισμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: aparat, uređaj, alat, instrument, naprava, haljina, kostim, odijelo, odjeća, oprema, skup
εξοπλισμός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: apparátus, készülék, armatúra, csapat, szerelvény, felszerelés, garnitúra, műszer, jelmez, öltözet, ruha, ruhaköltemény, viselet, berendezés, bagázs, komplett
εξοπλισμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aparatas, prietaisas, brigada, būrys, įgula, komanda, įranga, instrumentas, įrankis, apdaras, suknelė, aibė
εξοπλισμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aparato, aparelho, instrumento, máquina, brigada, destacamento, equipe, equipo, grupo, lote, turma, conjunto, fato, artefacto, artificio, dispositivo, costume, fano, traje, veste, vestido, vestuário, pertinhos, jogo, série
εξοπλισμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aparat, armament, echipament
εξοπλισμός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: прибор, арматура, додатковий, допоміжний, другорядний, обладнання, приладдя, пристосування, співучасник, устаткування, бригада, вечір, вечірка, група, жменя, загін, заняття, збиратися, збори, зборище, зграя, зібрання, клас, класовий, когорта, низка, пакет, пакунок, партійний, партія, пачка, переконання, пригорща, пушинка, ряд, серії, серія, скупчення, сторона, табун, урок, юрба, юрбитися, комплект, набір, набор, обмундирування, спорядження, оснащення, адаптація, апарат, вигідний, вигідність, влаштування, девіз, домовленість, емблема, житло, застосування, корисність, кредит, кубло, настройка, перенавчання, переробка, план, погодження, позика, поняття, прилад, прилаштування, приміщення, пристрій, притулок, регулювання, рентабельний, реорганізація, розквартирування, розміщення, угода, улаштування, устрій, форма, замовлення, зовнішність, інжир, костюм, наказ, наряд, наряд-замовлення, одяг, ордер, ордерний, убрання, фіга, вбрання, встановлення, завод, інвентар, інсталяція, меблі, насадження, обстановка, обстановки, постачання, рослина, саджати, садити, схема, установка, установлення
εξοπλισμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aparat, armatura, ekipa, ekwipunek, komplet, osprzęt, przyrząd, strój, wyposażenie, zestaw
εξοπλισμός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: арматура, група, забеспячэнне, забяспечванне, зборы, аснашчэнне, апарат, машына, прыбор, прыстасаванне, прыстасоўванне, адзеньне, гарнiтур, нарад, строі, сукня, убор, абсталяванне
εξοπλισμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: relvastamine, meeskond, varustus, seade, tööriist, kleit, kostüüm, hulk
εξοπλισμός στα εσθονική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: skuadër, vegël, fustan
εξοπλισμός στα αλβανικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ekipa, moštvo
εξοπλισμός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nástroj, šaty
εξοπλισμός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

εξοπλισμός γραφείου, εξοπλισμός σκι, εξοπλισμός καταστημάτων, εξοπλισμός ποδηλάτου, εξοπλισμός εργαστηρίου, εξοπλισμός ξενοδοχείων, εξοπλισμός εργαστηρίου χημείας, εξοπλισμός ξενοδοχείων & είδη μαζικής εστίασης, εξοπλισμός εστίασης, εξοπλισμός κουζίνας