lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξοπλίζω

Λεξικό: αγγλικά εξοπλίζω
Μεταφράσεις: accommodate, annotate, endow, fit, purvey
εξοπλίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dodávat, obstarat, obstarávat, opatřit, vybavit, vystrojit, zásobit
εξοπλίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausrüsten, ausstatten, versorgen
εξοπλίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ekvipere, forsyne, skaffe
εξοπλίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: proveer
εξοπλίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: approvisionner, équiper, fournir, garnir, munir, nantir
εξοπλίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fornire
εξοπλίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ekvipere, forsyne, innrede, skaffe
εξοπλίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: обеспечить, оснастить, снабдить
εξοπλίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förse, turnera
εξοπλίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: muonittaa, varustaa
εξοπλίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: provier
εξοπλίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zaopatrzyć
εξοπλίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εξοπλίζω συνώνυμα, εξοπλίζω english