lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξευτελίζω

Λεξικό: αγγλικά εξευτελίζω
Μεταφράσεις: humiliate, abase, debase, degrade, demean, dispraise, grovel, snub, stoop, disgrace, humble, mortify
εξευτελίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pokořit, ponížit, zahanbit, snížit, snižovat, tupit, zlehčit, zlehčovat, znehodnotit, zneuctít, potupit, zhanobit, pokořovat
εξευτελίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: demütigen, erniedrigen, entwürdigen
εξευτελίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: humillar, humillarse, postrarse, abatir, arrastrarse, degradar, deprimir, rebajar, desentonar, mortificar
εξευτελίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: humilier, abaisser, avilir, déprimer, rabaisser, ravaler, ravilir, abâtardir, encanailler, gifler
εξευτελίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avvilire, umiliare, abbassare, mortificare
εξευτελίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: покорять, принижать, унижать, оподлить
εξευτελίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: nöyryyttää, alentaa
εξευτελίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: korzyć, poniżać, spodlić, upadlać, upokarzać
εξευτελίζω στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nedverdige, ringeakt
εξευτελίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зневажаць, зніжаць, паніжаць, уніжаць
εξευτελίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sniziti
εξευτελίζω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: degradar, deprimir, rebarbar, vejas, degenerar, mortificar
εξευτελίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: ponížiť
εξευτελίζω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулюйте, брутальний, гнітити, деградуйте, дешевшати, догана, зменшити, зменшитися, зменштеся, зменшувати, зменшуватися, знецініться, знижений, знижувати, знижуватися, знизити, знизитись, нахиляти, нахилятися, невеликий, невисокий, недостатній, нижній, нижче, нижчий, низький, низько, опускати, опускатися, опустити, опуститися, поглибте, подешевшати, понижати, понижувати, понизити, приборкати, приборкувати, приборкуйте, пригнітити, пригнічувати, принижати, принижувати, принизити, принизьте, скоротити, скорочувати, слабкий, спускати, спускатися, спустити, спуститися, сутулість, схилитися, тихий, нахилити, нахилитися
εξευτελίζω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εξευτελίζω συνωνυμα, εξευτελίζω στα αγγλικα, εξευτελίζω συνώνυμο, εξευτελίζω αγγλικα