lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εξαλείφω

Λεξικό: αγγλικά εξαλείφω
Μεταφράσεις: abolish, eliminate, liquidate, abort, cancel, delete, disannul, remove, sketch, debug, deplete, dislodge, eject, empty, erase, exorcize, lift, obliterate, oust, retire, sidle, sink, unload, winkle, withdraw, abide, abode, abolisher, bear, brook, endure, stomach, suppress, sustain, take, tolerate
εξαλείφω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: likvidovat, odstranit, vynechat, vyřídit, zlikvidovat, zrušit, odklidit, přeškrtat, škrtnout, smazat, vyškrtat, vyškrtnout, zahladit, eliminovat, oddělat, odebrat, odejmout, odkládat, odložit, odstraňovat, odtáhnout, sejmout, sesadit, sklidit, vybírat, vyhladit, vyhostit, vyloučit, vyprázdnit, vzdálit, vzít, zbavit, zdvihnout, anulovat, dovolit, dovolovat, nést, odvolat, podpírat, podstoupit, potlačit, přetrpět, rušit, snášet, snést, spolknout, stornovat, strpět, tolerovat, trpět, utrpět, vydržet, vypovědět, vystát, vytrpět, zakusit, zamlčet
εξαλείφω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: liquidieren, auslöschen, ausstreichen, entfernen, löschen, streichen, tilgen, abschaffen, abstellen, ausschalten, ausscheiden, ausziehen, beheben, beseitigen, lösen, verdrängen, wegbringen, wegmachen, wegräumen, wegschaffen, abtragen, annullieren, aufheben, aushalten, ausstehen, dulden, erdulden, erleiden, ertragen, hinnehmen, leiden, stornieren, strapazieren, vertagen, vertragen
εξαλείφω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fjerne, likvidere, slette, aflaste, eliminere, aflyse, annullere, bære, lide, orke, tåle, udholde
εξαλείφω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: liquidar, suprimir, borrar, cancelar, rayar, tachar, achicar, alejar, apartar, desamarrar, desembarazar, echar, eliminar, evacuar, evadir, excluir, expulsar, quitar, quitarse, remover, retirar, abolir, abrogar, aguantar, anular, bajar, comportar, consentir, derogar, digerir, enjugar, gastar, padecer, resistir, soportar, sufrir, tolerar
εξαλείφω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: liquider, supprimer, annuler, barrer, biffer, effacer, raturer, rayer, déclore, écarter, éliminer, enlever, évacuer, faire, ôter, reléguer, retrancher, abolir, abroger, avaler, blairer, descendre, digérer, endurer, essuyer, neutraliser, pâtir, proscrire, souffrir, subir, supporter, tolérer
εξαλείφω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eliminare, liquidare, cancellare, levare, radiare, evacuare, rimuovere, scansare, scostare, sgombrare, svuotare, togliere, abolire, abrogare, annullare, disdire, durare, neutralizzare, patire, reggere, ricevere, soffrire, sopportare, sopprimere, subire, tollerare
εξαλείφω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avvikle, fjerne, likvidere, slette, avhjelpe, avlaste, bæra, eliminere, hiss, trekke, annullere, avlyse, avskaffa, avskaffe, bære, fordra, gjennomgå, lide, orke, tåle, utholde, utstå
εξαλείφω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ликвидировать, уничтожать, вычёркивать, отчеркивать, отчёркивать, отодвигать, удалять, устранять, сносить, терпеть, упразднять
εξαλείφω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ліквідаваць, знішчаць, прыбіраць, прымаць
εξαλείφω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: liquidar, suprimir, apagar, banir, borrar, cancelar, enxugar, limpar, abastar, abolir, afastar, apartar, eliminar, evacuar, expulsar, quitar, aguentar, anular, comportar, digerir, padecer, resistir, revogar, sofrer, suportar, tolerar
εξαλείφω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: винищити, винищувати, знищити, знищувати, ліквідовувати, ліквідувати, ліквідуйте, розмістіть, розпоряджатися, розпорядитися, розташовувати, розташувати, усувати, усунути, відвернути, відвертати, геть, далеко, заважати, запобігати, запобігти, запобіжіть, перешкоджати, перешкодити, унеможливити, унеможливлювати
εξαλείφω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: likwidować, skreślać, usuwać, znosić
εξαλείφω στα πολωνική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pyyhkiä, karsia, lakkauttaa, poistaa, syrjäyttää, tyhjentää, kannattaa, kantaa, kärsiä, kumota, peruuttaa, sietää, suvaita
εξαλείφω στα φινλανδικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: izbrisati, odpovedati
εξαλείφω στα σλοβενική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bära, hiss, lyfta, retirera, upprätta, annullera, avskaffa, fordra, inställa, tåla, upphäva, utstå
εξαλείφω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhárít, eltávolítani, eltolni, elvisel
εξαλείφω στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: duroj
εξαλείφω στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: trpjeti, ukinuti
εξαλείφω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

εξαλείφω συνώνυμο, εξαλείφω αρχικοι χρονοι, εξαλείφω english, εξαλείφω κλιση, εξαλείφω αρχαια, εξαλείφω ορισμος, εξαλείφω αγγλικα