lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ενώνω

Λεξικό: αγγλικά ενώνω
Μεταφράσεις: add, annotate, enclose, join, amalgamate, associate, conjoin, consolidate, federate, herd, unify, unionize, unite, splice, aggregate, ally, blend, compatible, connect, connecter, couple, interconnect, link, merge, mix, rejoin, reunite, adjoin, annex, mount, bond, cement, solder, weld
ενώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dodat, dodávat, dokládat, družit, přidat, přidávat, přiložit, přimíchat, připojit, spojit, spojovat, zvětšit, konsolidovat, sdružovat, semknout, sjednotit, sloučit, slučovat, spolčit, unifikovat, upevnit, asociovat, sdružit, svázat, fúzovat, míchat, mísit, namíchat, pojit, pomíchat, promíchat, seskupit, sestavovat, shromáždit, slít, slučitelný, smíchat, smířit, smísit, splynout, spřáhnout, anektovat, přivtělit, zabrat, zasadit, cementovat, letovat, pájet, přivařit, stmelit, svářet, tmelit, vázat, zacementovat
ενώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anschließen, beifügen, beilegen, fügen, gesellen, hinzufügen, verbinden, vereinigen, zufügen, zusammenfügen, zusammenschließen, einigen, vereinheitlichen, verknüpfen, assoziieren, verbanden, vereinen, verschmelzen, verträglich, angefügt, angegliedert, angeschlossen, aneinander, betrunken
ενώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: annektere, forbinde, tilføje, forene, samle, koble, binde, blande, sammenfatte
ενώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adjuntar, agregar, añadir, aunar, juntar, asociar, consolidar, ligar, reunir, unificar, unir, acomunarse, combinar, conectar, enlazar, unirse, agregarse, anexar, anexionar, integrarse, soldar
ενώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adjoindre, ajouter, annexer, inclure, joindre, consolider, liguer, unifier, unir, apparieur, associer, conjoindre, enchaîner, accolader, allier, combiner, conjugue, conjuguer, embrancher, embrigader, fusionner, jumeler, lier, ligaturer, marier, mélanger, nouer, raccorder, railler, rassembler, rattacher, rejoindre, réunir, agréger, enclaver, abouter, accoupler, ajointer, articuler, cimenter, souder
ενώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accludere, aggiungere, allegare, congiungere, connettere, raggiungere, sommare, unire, unificare, unificarsi, associare, abbinare, accomunare, allacciare, collegare, compatibile, concatenare, impastare, legare, mescolare, mischiare, ricongiungere, riunire, aderire, annettere, saldare
ενώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: annektere, forbinde, tilføye, vedlegge, forene, koble, blanda, blande, blandning, lenke, sammenfatte, innlemme, foga, sveise
ενώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: прилагать, присовокуплять, присоединять, соединять, объединять, ассоциировать, воссоединять, совместить, соединить, состыковать, срастить, присоединить, скреплять
ενώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vidfoga, associera, ena, förknippa, kobbe, ansluta, blanda, blandning, förena, koppla, sammanfoga, anknyta, foga, obligation
ενώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtoj, lidh
ενώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: далучаць, гуртаваць, згуртоўваць, яднаць, спалучаць
ενώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: liittää, lisätä, eheyttää, lujittaa, yhtenäistää, kytkeä, hitsata, juottaa, kiinnittää
ενώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sastaviti
ενώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hozzácsatolni, mellékelni, asszociál, összekapcsol, csatlakozik, egyesül, hozzákapcsol
ενώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abado, acrescentar, adicionar, agregar, alunar, juntar, consolidar, reunir, unificar, unir, combinar, ligar, aliar, conectar, enlaçar, misturar, agregares, anexar, soldar
ενώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анексувати, всисати, добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, додаток, поглинути, поглиньте, прибавити, прибавляти, приєднайте, приєднати, приєднувати, втілити, втільте, втілювати, гуртувати, єднати, згуртовувати, згуртувати, зливатися, злитися, зміцнити, зміцніть, зміцнювати, зростити, зрощувати, зрощуватися, консолідувати, поєднати, поєднувати, сполучіться, укріпити, укріпляти, уніфікувати, уніфікуйте, женитися, жениться, замикати, замкнути, замок, запирати, зливати, злийтеся, злити, кільце, ланка, одружитися, одружіться, одружуватися, оженитися, приєднання, прикуйте, складений, складовий, сполучати, сполучення, сполучити
ενώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dołączać, jednoczyć, kojarzyć, połączyć, przyłączyć, spajać
ενώνω στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: seostama
ενώνω στα εσθονική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: uni
ενώνω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

ενώνω τελίτσες, ενώνω τις τελείες, ενώνω συνώνυμα, ενώνω τελείες, ενώνω αριθμούς, ενώνω τα γράμματα, ενώνω πλεκτό, ενώνω αγγλικα, ενώνω μετάφραση, πως ενώνω