lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εντολή

Λεξικό: αγγλικά εντολή
Μεταφράσεις: command, headquarters, dictate, imperative, injunction, law, precept, prescript, requisition, statute, taboo, warrant, warranting, writ, commission, mandate, power, powers, proxy, commendation, instruction, introduction, order, recommendation, commandment, directive, ordinance, word
εντολή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: příkaz, přikázání, rozkaz, velení, velitelství, ovládat, poručit, rozkázat, rozkazovat, velet, imperativ, naléhavý, nařízení, předpis, řád, rozkazovací, ustanovení, velitelský, mandát, moc, pověření, pravomoc, síla, zplnomocnění, doporučení, instrukce, pořádek, pořadí, posloupnost, poučení, vyučování, vzdělání, zakázka, heslo, poukázka
εντολή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anführung, befehl, kommando, wache, befehlen, kommandieren, auftrag, befehlsform, erlass, gebot, imperativ, regel, verordnung, vollmacht, vorschrift, weisung, energie, ermächtigung, kraft, macht, mandat, vermögen, anweisung, auflage, empfehlung, veranlassung, anordnung, bildung, instruktion, ordnung, organisation, pädagogik, unterrichtswesen, verfügung
εντολή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anførsel, befal, befaling, bud, kommando, ordre, styre, politikammer, kommandere, anordning, forskrift, påbud, bemyndigelse, kraft, magt, mandat, mat, ærende, anbefaling, anvisning, forslag, klasse, orden, ordning, rang, referents, uddannelse, undervisning, dekret, ordner
εντολή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mando, precepto, orden, acaudillar, batuta, apremio, bando, decreto, mandato, ordenanza, prescripción, carta, dominación, dominio, fuerza, plenipotencia, poder, poderes, comisión, embajada, encarecimiento, encargo, encomienda, mensaje, recado, recomendación, consigna, educación, enseñanza, instrucción
εντολή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: commandement, commander, disposition, impératif, injonction, mandat, ordonnance, ordre, prescription, pouvoir, procuration, commission, instruction, message, recommandation, consigne
εντολή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: comando, comandare, ordinare, imperativo, ingiunzione, mandato, ordinanza, ordine, precetto, prescrizione, delega, plenipotenza, potere, procura, disposizione, educazione, istruzione, raccomandazione, vaglia
εντολή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anførsel, befal, befaling, bud, politikammer, kommandere, anordning, forskrift, påbud, stanga, behørighet, bemyndigelse, fullmakt, kraft, makt, mandat, ærend, ærende, anbefaling, anvisning, oppdrag, orden, order, ordre, referents, utdanning, dekret, kommando
εντολή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: командование, команда, командовать, закон, ордер, повеление, предписание, доверенность, мандат, полномочие, рекомендация, веление, образование, обучение, порядок, приказ, приказание
εντολή στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anförande, befäl, bud, kommendera, påbud, stadga, behörighet, fullmakt, anvisning, ärende, befallning, order, referens, rekommendation, uppmaning, dekret, kommando
εντολή στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käsky, käskyvalta, päällikkyys, johtaa, käskeä, asetus, imperatiivi, johtosääntö, käskevä, määräys, ohjesääntö, valtakirja, valtuus, voima, suositus, järjestys, komennus, lahko, sivistys, tilaus, veljeskunta
εντολή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: parancsnokság, imperativus, parancsoló, felhatalmazás, megbízás, ajánlás, parancs, utasítás
εντολή στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įsakymas, vadovauti, galia, jėga, rekomendacija, edukologija, instrukcija, ordinas, rangas, rūšis, tvarka
εντολή στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: comando, mando, ordem, mandar, prescrever, mandato, poder, encargo, recomendação, recomendariam, arranjo, consigna, disposição, educação, instrução, instruíeis, pedido
εντολή στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ordin, comandă
εντολή στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: príkaz
εντολή στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dowództwo, komenda, komenderować, nakaz, pełnomocnictwo, polecenie, rozkaz
εντολή στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: komandoj, pushtet, rend
εντολή στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: закон, предписание, мандат, препоръка, образование, орден
εντολή στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прадпісанне, загад, распараджэнне
εντολή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: naredba, moć, instrukcija
εντολή στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nalog, red
εντολή στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: давність, диктант, заборона, наказ, положення, правило, призначення, припис, приписання, приписування, регулювання, рецепт, розпорядження, буде, дозволений, дозволити, дозволяти, замовлення, заповідь, здавати, мусить, наряд-замовлення, нехай, облік, обряд, ордер, ордерний, розповідь, хай
εντολή στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: soovitus
εντολή στα εσθονική »

Σχετικές λέξεις

εντολή πληρωμής, εντολή ping, εντολή επίδοσης, εντολή σαμαρά, εντολή φορολογικού ελέγχου, εντολή διδώ σωτηρίου, εντολή συνώνυμα, εντολή επίδοσης υπερχρεωμένα, εντολή μετακίνησης, εντολή hostname