lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ενισχύω

Λεξικό: αγγλικά ενισχύω
Μεταφράσεις: amplify, broaden, dilate, distend, diversify, elaborate, expand, extend, widen, cement, confirm, fortify, harden, reinforce, strengthen, strengthened, amplified, brace, buttress, consolidate, intensify, invigorate, magnify, reassert, accrue, augment, boost, enhance, increase, maximize, ratchet
ενισχύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přehánět, prodloužit, prodlužovat, rozkládat, rozložit, rozpínat, rozprostírat, rozšířit, rozšiřovat, roztáhnout, rozvádět, šířit, zvětšit, cementovat, opevnit, opevňovat, posílit, posilnit, posilovat, stmelit, tmelit, upevnit, upevňovat, utvrdit, utvrzovat, vyztužit, zacementovat, zesílit, zpevnit, konsolidovat, osvěžit, oživit, povzbudit, přiostřit, sílit, vzpružit, zesilovat, zveličit, zveličovat, zvětšovat, množit, narůstat, povznést, přibýt, přibývat, rozmnožit, růst, stupňovat, vzrůstat, zostřit, zvýšit, zvyšovat
ενισχύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausdehnen, ausweiten, erweitern, befestigen, festigen, verstärken, erstarken, kräftigen, stärken, erhöhen, steigen, steigern, vergrößern, wachsen, zunehmen
ενισχύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: spile, bestyrke, feste, styrke, forstærke, konsolidere, støtte, forstørre, øge, stige, tiltage, vokse
ενισχύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agrandar, ampliar, amplificar, cundir, dilatar, ensanchar, extender, afianzar, consolidar, corroborar, fortalecer, fortificar, reforzar, confortar, endurecerse, entonar, esforzar, intensificar, acrecentar, acrecentarse, aumentar, aumentarse, incrementar, mejorar
ενισχύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrandir, amplifier, dilater, élargir, étendre, évaser, propager, rélargir, affermir, cimenter, consolider, fortifier, raffermir, renforcer, revêtir, confirmer, conforter, corroborer, corser, enforcir, grossir, ravigoter, raviver, réconforter, réparer, tonifier, accroître, aggraver, augmenter, multiple, redoubler
ενισχύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allargare, allungare, ampliare, amplificare, dilatare, estendere, stendere, assodare, consolidare, corroborare, rafforzare, rinforzare, rinsaldare, rinvigorire, ingrandire, accrescere, aumentare, incrementare
ενισχύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bredda, øka, spile, utbre, utvida, utvide, befeste, bestyrke, feste, styrka, styrke, forsterke, herde, konsolidere, støtte, forstørre, øke, økning, vokse
ενισχύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: расширять, ширить, подкреплять, укреплять, упрочнять, усиливать, приумножать, увеличивать, усугублять
ενισχύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bredda, öka, sprida, utsprida, utvidga, vidga, befästa, stadga, styrka, stärka, förstora, ökning, stegra, stegring, tilltaga
ενισχύω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtrij, zgjeroj, forcoj, shtoj
ενισχύω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пашыраць, падмацоўваць, прымацоўваць, узмацняць, умацоўваць, пабольшваць, павялічваць
ενισχύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: avartaa, laajentaa, laventaa, leventää, levittää, oikoa, linnoittaa, lujittaa, lisätä, vahvistaa, enetä
ενισχύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kibővíteni, kiszélesíteni, megerősíteni
ενισχύω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alargar, ampliar, amplificar, consolidar, fortalecer, fortificar, confortar, intensificar, altear, aumentar, incrementar, multiplicar
ενισχύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: збільшення, збільшити, збільшитися, збільшувати, збільшуватися, посильтеся, поширити, поширтеся, поширювати, продовжтеся, простиратися, простягати, простягатися, простягнути, простягнутися, протягати, розтягнути, розтягувати, розширений, розширити, розширитися, розширтеся, розширювати, розширюватися, розширяти, розширятися, сягати, ширити, ширшати, берег, ведмідь, витримати, витримувати, відсвіжати, відсвіжити, відсвіжувати, додатковий, другий, другорядний, задній, зазнавати, залишитися, замкніться, запізнілий, затверджувати, затвердити, затвердіти, зміцнити, зміцніть, зміцнювати, зупинятися, консолідувати, лишатися, лишитися, назад, нести, носити, освіжати, освіжити, освіжувати, перебування, перенести, переносити, переплести, переплітати, підвищити, підвищтеся, підвищувати, підкріпити, підкріплювати, підкріпляти, піднести, підносити, підпирати, підпірка, підсилити, підсильте, підсилювати, підтверджувати, підтвердити, підтримайте, підтримати, підтримувати, повторний, поглибте, по-друге, пожити, посилити, посилювати, посилюватися, прикріпити, прикріплювати, прикріпляти, проживати, прославте, родити, роздратуйте, секунда, спекулянт, стискання, стискати, стискувати, стиснути, твердіти, укріпити, укріпіть, укріплювати, укріпляти, уродити, утверджувати, утвердити, добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, множити, нарощувати, подовжити, подовжувати, помножити, прибавити, прибавляти, прикрасити, прикрашувати, примножити, примножитися, примножувати, примножуватися, розмножитися, розмножуватися, розплоджуватися, розплодитися, тривайте, умножати, умножити
ενισχύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rozszerzać, umacniać, wzmacniać, zwiększać
ενισχύω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ojačati
ενισχύω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: augti
ενισχύω στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: spori
ενισχύω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: povečati
ενισχύω στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

ενισχύω συνώνυμα, ενισχύω αγγλικά, ενισχύω ετυμολογία, ενισχύω αντίθετα, ενισχύω αντώνυμα