lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ενίσχυση

Λεξικό: αγγλικά ενίσχυση
Μεταφράσεις: amplification, consolidation, gain, intensification, reinforcement, thickening
ενίσχυση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: posila, vyztužení, zesílení
ενίσχυση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: intensivieren, stärkung
ενίσχυση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: fortalecimiento, refuerzo
ενίσχυση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affermissement, corroboration, raffermissement, renforçage, renforcement, renfort
ενίσχυση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: rafforzamento, rinforzo
ενίσχυση στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: подкрепление, укрепление, упрочнение, усиление
ενίσχυση στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прымацаванне, прымацоўванне, узмацненне, умацаванне, умацоўванне
ενίσχυση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agravaria, fortificaria, refervo
ενίσχυση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: затвердіння, збільшення, зміцнення, консолідація, підсилення, підсилювання, покріплення, посилення, посилювання, роздратування, ствердження, укріплення
ενίσχυση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wzmocnienie
ενίσχυση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ενίσχυση δικαιούχων για την απόκτηση της ιδιότητας του ενεργειακού επιθεωρητή, ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων 2014, ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας, ενίσχυση μνήμης, ενίσχυση της προσπελασιμότητας, ενίσχυση μεταβολισμού, ενίσχυση γλωσσομάθειας, ενίσχυση αυτοεκτίμησης, ενίσχυση επιχειρηματικότητας νέων, ενίσχυση αντωνυμο