lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εμψυχώνω

Λεξικό: αγγλικά εμψυχώνω
Μεταφράσεις: activate, animate, awaken, brighten, enliven, exhilarate, inspirit, invigorate, liven, perk, prompt, quicken, raise, reanimate, recall, rekindle, resuscitate, revitalize, revive, rouse, smarten, vitalize, waken, actuate, arouse, boost, energize, exalt, excite, impel, incite, inspire, motivate, stimulate
εμψυχώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aktivovat, křísit, obnovit, obrodit, oduševnit, osvěžit, oživit, oživovat, podnítit, povzbudit, rozjařit, urychlit, uspíšit, vzkřísit, budit, dráždit, nabádat, pobídnout, pobouřit, pobuřovat, podněcovat, podráždit, pohánět, pohnout, popohnat, popouzet, rozproudit, stimulovat, vyvolat, vzbuzovat, vzrušit
εμψυχώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ankurbeln, aufleben, beleben, beseelen, wieder, anregen, antreiben, erregen, hervorrufen, reizen, stacheln, stimulieren
εμψυχώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aktivere, anspore, ege, oprøre, pirre, stimulere
εμψυχώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: activar, alegrar, alentar, animar, avivar, entonar, reanimar, reavivar, resucitar, vivificar, aguzar, azuzar, despertar, espolear, estimular, excitar, impulsar, incentivar, incitar, provocar, suscitar
εμψυχώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: activer, animer, aviver, dynamiser, ensoleiller, mouvementer, ragaillardir, ramener, ranimer, raviver, ressusciter, revivifier, vivifier, aiguillonner, exciter, inciter, mouvoir, solliciter, stimuler, susciter
εμψυχώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: animare, attivare, ravvivare, rianimare, risorgere, risuscitare, agitare, aguzzare, concitare, eccitare, incentivare, istigare, stimolare, stuzzicare, suscitare
εμψυχώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktivere, animalisk, anspore, kvikne, animert, egge, pirre, stimulere
εμψυχώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: живить, одушевлять, оживить, оживлять, олицетворять, возбуждать, вызывать, побуждать
εμψυχώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktivera, animalisk, animera, stimulera
εμψυχώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абнаўляць, ажыўляць, абуджаць, заахвочваць, падахвочваць, прымушаць, стымуляваць, схіляць, узбуджаць
εμψυχώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elvyttää, havahduttaa, herättää, piristää, virvoittaa, ärsyttää, kiihottaa, pakottaa, usuttaa, yllyttää
εμψυχώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: uspostaviti
εμψυχώνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: activar, alegrar, animar, avivar, reanimar, reavivar, respeitar, vivificar, acirrar, azular, despertar, encorajar, estimular, excitar, impelir, incentivar, incitar, instigar, provocar, suscitar
εμψυχώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відновити, відновлювати, відсвіжати, відсвіжити, відсвіжувати, гальванізуйте, оживати, оживляти, ожити, освіжати, освіжити, освіжувати, пожвавлювати, суп, суповий, юшка, агітувати, агітуйте, будити, вивести, виводити, визначати, визначити, визначте, викликати, вирішити, вирішувати, висновувати, ворушити, ворушитися, ворушіння, дратувати, електрифікуйте, загоріться, займатися, заохочувати, збуджувати, збудити, збудіть, кільватер, мотив, напружений, негайний, нести, обґрунтовувати, переконати, переконувати, переслідувати, переслідуйте, підбурити, підбурювати, підказати, підказка, підказувати, піке, пожвавтеся, привезти, привести, привід, приводити, привозити, принесіть, принести, приносити, провокувати, провокуйте, прокидатися, прокинутися, прокиньтеся, просувати, рівно, розбуджувати, розбудити, роздратувати, розпалити, розпалювати, рухайте, рухати, спонука, спонукати, спонукувати, спровокувати, стимулювати, стимулюйте, схвилювати, схиляти, терміновий, точно, хвилювати, швидкий
εμψυχώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ożywiać, pobudzać
εμψυχώνω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: frymëzoj, ndërsej
εμψυχώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: събуждам
εμψυχώνω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: stimuliuoti
εμψυχώνω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

εμψυχώνω συνώνυμα, εμψυχώνω συνώνυμο, εμψυχώνω στα αγγλικα