lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εμπόδιο

Λεξικό: αγγλικά εμπόδιο
Μεταφράσεις: bar, barrier, boom, division, guardrail, parapet, balk, block, blockage, clod, cramp, cumber, drawback, handicap, hinder, hindrance, hurdle, impediment, interference, jump, obstacle, obstruction, prevention, rupture, snag, stumbling-block, stymie, termination, trammel, toll-bar, tollhouse, turnpike, gate, tollgate, annoyance, difficulty, hardship, knot, stickler, barrage, dam, dike, dyke, firewall, heck, sluice, baulk, clog, encumbrance, nuisance
εμπόδιο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bariéra, hranice, hrazení, přehrada, překážka, závora, háček, mez, nesnáz, obstrukce, potíž, ucpání, zábrana, zabránění, zamezení, závada, písčina, přepážka, příčka, prut, tyč, zábradlí, zástrčka, nepříjemnost, nesnadnost, obtíž, obtížnost, těžkost, garáž, hráz, jez, splav
εμπόδιο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absperrbaum, barriere, schranke, sperrbaum, sperre, abhaltung, hemmnis, hindernis, hürde, störung, verhinderung, verhütung, schlagbaum, stange, strich, klippe, schwierigkeit, damm, deich, pforte, sperling, staudamm, tor
εμπόδιο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afspærring, barriere, bom, forhindring, hinder, hindring, låge, port, besvær, dæmning, dam, dige, moder
εμπόδιο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: barrera, barranco, contrariedad, dificultad, embarazo, estorbo, giba, impedimento, inconveniente, óbice, obstáculo, obstrucción, traba, tropiezo, valla, barra, desventaja, pena, dique, embalse, presa, puerta, represa, verja, padrastro
εμπόδιο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: barrière, accroc, achoppement, anicroche, cahot, caillot, contrariété, embarras, empêchement, encombre, entrave, haie, hic, obstacle, obstruction, opposition, traverse, barquerolle, barrage, barre, difficulté, inconvénient
εμπόδιο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: barriera, impaccio, impedimento, inciampo, ostacolo, barra, blocco, sbarra, verga, difficoltà, intoppo, diga
εμπόδιο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: barriere, bom, stengsel, bøyg, forhindring, handikapp, hinder, hindra, hindring, motbør, port, besvær, vanskelighet, dam, demning, moder
εμπόδιο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: барьер, преграда, помеха, препона, препятствие, преткновение, застава, шлагбаум, затруднение, трудность, ворота, заграждение, запруда, плотина
εμπόδιο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: barriär, bom, räck, stängsel, black, handikapp, hinder, hindra, svårighet, damm, moder
εμπόδιο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: препятствие, бент
εμπόδιο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: шлагбаум, перашкода, замінка, затрымка, цяжкасць, гаць, загарода, плаціна
εμπόδιο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõke, raskus, tamm
εμπόδιο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aita, este, haitta, hankaluus, vaikeus, hila, kanki, pato
εμπόδιο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prepreka, poteškoća, zapreka, brana
εμπόδιο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akadály, zablarúd, sorompó, nehézség, gát, zsilip
εμπόδιο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: barjeras, užtvara, kliūtis, kliuvinys, sunkumas, pylimas, užtvanka, vartai
εμπόδιο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: barreira, embargo, impedimento, incidência, inconveniente, obstáculo, barra, pena, permanece, dique, embales, presa, pueril, represa, contrariedade, embaraço
εμπόδιο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: barieră, obstacol, baraj
εμπόδιο στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: bariéra
εμπόδιο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bariera, przeszkoda, rogatka, szlaban, trudność, zapora, zawada
εμπόδιο στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брак, брусок, буфет, вада, відповідальність, втручання, гофрувати, дозволений, дозволити, дозволяти, досада, заборонити, забороняти, завада, закупорка, замішання, занепад, затримка, збентеження, здавати, зливок, зніяковіння, зупинка, кухлик, невигода, недолік, незручність, неприємність, непрохідність, несприятливість, несумісність, нехай, ніяковість, обструкція, перегороджувати, перегородити, перепона, переривання, перешкода, перешкоду, підлягання, плитка, порушник, регресія, складність, смуга, суперечливість, суперечність, трудність, труднощі, тягар, хай, халепа, хиба, шкода, застава, шлагбаум, важкість, вузол, заплутаність, метушня, негаразди, нестатки, скрута, стійкість, ускладнення, утруднення, бум, ворота, гребля, гриміти, гудіти, гул, густи, дамба, загата, загородження, замикати, замкнути, замок, запирати, запруда, адвокатура, бар
εμπόδιο στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εμπόδιο στα αγγλικά, εμπόδιο συνώνυμα, εμπόδιο η αγάπη σου, εμπόδιο στο λαιμό, ονειροκρίτης εμπόδιο, επιστημολογικό εμπόδιο, σκόπελος εμπόδιο, παιδαγωγικό εμπόδιο, ζώδια εμπόδιο