lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εμπλουτίζω

Λεξικό: αγγλικά εμπλουτίζω
Μεταφράσεις: amend, enrich, modify, rationalise, revamped, streamline, fatten, fertilise, fertilize
εμπλουτίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: doplnit, pozměnit, zlepšit, změnit, zúrodnit, zušlechtit, hnojit, oplodnit
εμπλουτίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: rationalisieren, verbessern, befruchten, ertragreich
εμπλουτίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forbedre
εμπλουτίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: mejorar, beneficiar, estercolar, fecundar, fecundizar, fertilizar
εμπλουτίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: améliorer, amender, défricher, féconder, fertiliser
εμπλουτίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: emendare, migliorare
εμπλουτίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forbedre
εμπλουτίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: улучшать, удобрять
εμπλουτίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bättra, förbättra
εμπλουτίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: паляпшаць, угнойваць, удабраць
εμπλουτίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: höystää, jalostaa, korjata, parantaa, lannoittaa
εμπλουτίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: melhorar, fecundar, fertilizar
εμπλουτίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: îmbunătăţi, modifica
εμπλουτίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: більша, викорінювати, викоріняти, коректувати, краща, краще, кращий, ліпший, меліорувати, перетворення, піднести, підніміть, підносити, покращтеся, покращувати, поліпшення, поліпшити, поліпшитися, поліпшіть, поліпшувати, поліпшуватися, поправити, поправляти, реформа, реформувати, битва, бій, живіть, збагатити, збагатіть, збагачувати, підбадьорте, підсолодіть, товстійте, удобріть, удобрювати
εμπλουτίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: usprawniać, użyźniać
εμπλουτίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εμπλουτίζω συνώνυμα, εμπλουτίζω αγγλικά