lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εμπειρία

Λεξικό: αγγλικά εμπειρία
Μεταφράσεις: experience, experiment, feel, try, undergo, experimenting, expertise, ordeal, sensation, hindsight, sustain, apprenticeship, noviciate, practice, praxis, training, dub, miscall, nickname, agonize, outlive, relive, survive
εμπειρία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cítit, experiment, experimentovat, okusit, pocítit, pociťovat, podstoupit, pokus, praxe, prodělat, prožít, trpět, utrpět, vytrpět, vyzkoušet, zakoušet, zakusit, zkoušet, zkouška, zkušenost, experimentování, pocit, počitek, rozruch, senzace, vjem, snést, zažít, zkusit, cvik, klientela, nácvik, praktický, školení, učení, učňovství, upotřebení, zvyk, přežít
εμπειρία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: empfinden, erfahren, erleben, erproben, fühlen, probieren, prüfen, spüren, versuchen, erfahrung, experiment, versuch, erleiden, praxis, schmähen, überleben, verleben
εμπειρία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: eksperiment, erfare, erfaring, føle, forsøg, forsøge, mærke, oplevelse, prøve, teste, praksis, rutine, følelse, fornemmelse, lide, opleve
εμπειρία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: catar, ensayar, experiencia, experimentar, experimento, intentar, pretender, probar, sentir, sufrir, práctica, aprendizaje, ejercicio, apodar, vivir, sobrevivir
εμπειρία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: éprouver, essayer, expérimenter, ressentir, subir, acquis, éprendre, épreuve, expérience, expérimentation, savamment, sensation, essuyer, souffrir, application, apprentissage, clientèle, externat, pratique, stage, surnommer, survivre
εμπειρία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cimentare, collaudare, esperienza, esperimentare, esperimento, pratica, provare, sentire, perizia, prova, sensazione, subire, applicazione, apprendistato, prassi, tirocinio, sopravvivere
εμπειρία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: eksperiment, erfare, erfaring, føle, forsøke, prøve, erfarenhet, forsøk, praksis, prov, rutine, sensasjon, lide, bruk, oppleve
εμπειρία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: испытывать, пробовать, пытать, опыт, опытность, испытание, вкушать, практика, прозывать, выжить, переживать
εμπειρία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: experimentera, erfarenhet, experiment, prov, vana, upplevelse, bruk, praktik, praxis, öknamn
εμπειρία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: provoj
εμπειρία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: експеримент, опитвам, практика
εμπειρία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: даследаваць, зазнаваць, зведваць, іспытваць
εμπειρία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: katse, kogemus, tundma
εμπειρία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: elämys, koe, koetella, koettaa, kokea, kokeilla, yrittää, kokeilu, kokemus, kärsiä, tuntea, harjoittelu, käytäntö
εμπειρία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: iskustvo, pokušaj, probati
εμπειρία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tapasztalat, kísérlet, próba, szenzáció, tapasztalni, gyakorlat, praxis, elélni, túlélni
εμπειρία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: bandymas, eksperimentas, patirtis, tikrinti, praktika
εμπειρία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: catar, ensaiar, experiência, experimentar, experimento, intentar, pretender, provar, sentir, tentar, suportar, prática, apodar
εμπειρία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випробувати, доведіть, довести, доводити, доказати, доказувати, зазнавати, зазнати, знати, льотчик-випробувач, підпирати, підтримайте, підтримати, підтримувати, постраждати, страждайте, страждати, досвід, дослід, софістика
εμπειρία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: doświadczać, doświadczenie, doznanie, doznawać, praktyka, przezywać
εμπειρία στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: practica
εμπειρία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prax
εμπειρία στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

εμπειρία εκδοτική, εμπειρία ορισμός, εμπειρία ετυμολογία, εμπειρία συνώνυμα, εμπειρία χρήστη, εμπειρία πελάτη, εμπειρία ασεπ, εμπειρία του μοτοβίλωφ, εμπειρία αγγλικά, εμπειρία και εκπαίδευση dewey