lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εμβολιάζω

Λεξικό: αγγλικά εμβολιάζω
Μεταφράσεις: graft, inoculate, vaccinate, implant
εμβολιάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: naočkovat, naroubovat, očkovat, roubovat, štěpovat, implantovat, zasadit
εμβολιάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: einimpfen, impfen, pfropfen
εμβολιάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: pode
εμβολιάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: injertar, inocular, vacunar, implantar, vacunarse
εμβολιάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enter, greffer, inoculer, vacciner, implanter
εμβολιάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: innestare, vaccinare, impiantare
εμβολιάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: pode, vaksinere, innpode
εμβολιάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вакцинировать, прививать, сцепить, привить
εμβολιάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vaccin, ympa
εμβολιάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прывіваць
εμβολιάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rokottaa, ympätä
εμβολιάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: injectar, inocular, implantar
εμβολιάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: живець, прививати, прищеплювати, щепити
εμβολιάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szczepić, zaszczepić
εμβολιάζω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beolt
εμβολιάζω στα ουγγρική »