lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ελκυστικός

Λεξικό: αγγλικά ελκυστικός
Μεταφράσεις: attractive, desirable, fetching, good, good-looking, handsome, nice-looking, alluring, seductive, voluptuous, bonny, charming, comely, graceful
ελκυστικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: atraktivní, lákavý, líbivý, poutavý, přitažlivý, půvabný, vábivý, vábný, svůdný, čarovný, graciézní, milý, okouzlující, rozkošný, roztomilý, sličný, spanilý, vnadný
ελκυστικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: attraktiv, reizvoll, appetitlich, reizend, verführerisch, verlockend, anmutig, charmant, graziös, holdselig, zierlich
ελκυστικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: attraktiv, attråværdig, tiltalende, charmant, fortryllende
ελκυστικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: atractivo, atrayente, sugestivo, apetecible, airoso, gracioso
ελκυστικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attirant, attractif, attrayant, acoquinant, affriandant, affriolant, alléchant, appétissant, ragoûtant, tentant, anacréontique, charmant, gracieux
ελκυστικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attraente, seducente, aggraziato, grazioso, incantevole, leggiadro
ελκυστικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: attraktiv, attråverdig, tiltalende, behagfull, charmant, grasiøs
ελκυστικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: притягателен, притягательный, увлекательный, привлекательный, грациозный, изящный, очаровательный, прелестный
ελκυστικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: attraktiv, tilltalande, intagande, tilldragande, behagfull, charmant, graciös
ελκυστικός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tërheqës, adhurueshëm
ελκυστικός στα αλβανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: látványos, vonzó, csábító, bájos
ελκυστικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: sugestivo, atractivo, atraente, gracioso, airoso, cativante
ελκυστικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atrăgător, fermecător
ελκυστικός στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: atrakcyjny, ponętny, powabny
ελκυστικός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прывабны, цудоўны, чароўны
ελκυστικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: houkutteleva, armas, hempeä, ihastuttava, lumoava, siro, sorea, suloinen
ελκυστικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: апелювання, бажання, вабливий, гарний, заразний, інфекційний, магнітна, магнітний, привабливий, привабний, приємний, принадливий, принадний, розумний, смачний, чарівний
ελκυστικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ljubak
ελκυστικός στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

ελκυστικός συνώνυμα, ελκυστικός αντωνυμο, ελκυστικόσ άντρασ, ελκυστικός προς το αντίθετον φύλον