lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ελαττώνω

Λεξικό: αγγλικά ελαττώνω
Μεταφράσεις: deplete, detract, reduce, abate, decline, decrease, decrement, devastate, diminish, dwindle, ease, extenuate, prune, subside, underplay, wane, alleviate, decelerate, lessen, minimize, rebate, relax, remit, shorten, shrunk
ελαττώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: napravit, odkysličovat, omezit, podmanit, podrobit, redukovat, snížit, zeslabit, zkrátit, zmenšit, zredukovat, ztenčit, mírnit, odečítat, oslabit, polevit, potlačit, snižovat, stlačit, ubýt, ubývat, zmenšovat, zmírnit, zmírňovat, zrušit, krátit
ελαττώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: mindern, reduzieren, schmälern, verkleinern, vermindern, verringern, ermäßigen, schwinden, abgemildert, beschränken, entwerten, kürzen
ελαττώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: achicar, aminorar, disminuir, acortar, amenguar, apocar, atenuar, bajar, ceñir, cercenar, decrecer, disminuirse, empequeñecer, encoger, menguar, mermar, moderar, reducir, reducirse, rebajar
ελαττώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amenuiser, amoindrir, diminuer, réduire, rogner, atténuer, attiédir, comprimer, infirmer, rabaisse, rapetisser, restreindre, retrancher
ελαττώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: diminuire, ridurre, rimpicciolire, scemare, attenuare, allentare
ελαττώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forminske, minska, avkorta, avta, dale, minke, minske, svinne, nedbringa, nedsette, redusere, slakke
ελαττώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: уменьшать, приуменьшать, приуменьшить, уменьшить
ελαττώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: minska, avkorta, avtagande, reducera, sjunka, nedbringa
ελαττώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pakësoj
ελαττώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: змяншаць, памяншаць
ελαττώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alentaa, pienentää, supistaa, helpottua, kulua, lieventää, hellittää, helpottaa, lyhentää
ελαττώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: diminuir, reduzir, achatar, atenuar, cercear, mercar, minguar, reduzisse
ελαττώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювати, відіслати, відсилати, деградуйте, дисконт, дисконтний, дисконтувати, док, заспокойте, збавте, здіймати, зіпсувати, зменшити, зменшитися, зменште, зменштеся, зменшувати, зменшуватися, знижка, знижувати, знижуватися, знизити, знизитись, нижній, нижче, нижчий, опускати, опуститися, ослабити, ослабитися, ослаблювати, ослаблюватися, ослабляти, передавати, передати, переказати, переказувати, погіршити, погіршувати, понижати, понизити, порушити, порушувати, послабити, послаблювати, пошкоджувати, пошкодити, принижати, принизити, принизьте, припинити, припиняти, простити, прощати, псувати, розслабитися, розслаблятися, скасовувати, скасувати, скоротити, скоротіть, скорочувати, слабнути, спускати, спускатися, спустити, спуститися, схилитися, опускатися, опустити
ελαττώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: uszczuplać, zmniejszać, zmniejszyć
ελαττώνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dale, mindske, minke, nedsatte
ελαττώνω στα δανική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: smanjiti
ελαττώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csökkenés, csökkent, csökkenteni, kisebbíteni, lecsökkent
ελαττώνω στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

ελαττώνω συνωνυμα, ελαττώνω στα αγγλικα