lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ελαττωματικός

Λεξικό: αγγλικά ελαττωματικός
Μεταφράσεις: errant, erratic, erroneous, fallacious, fallacy, false, faulty, incorrect, mistaken, vicious, wrong, wronged, cripple, defective, disabled, handicapped, invalid, deficient, imperfect, lame, malicious, unsound
ελαττωματικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bloudící, bloudivý, bludný, chybný, defektní, falešně, falešný, klamný, lži, mylný, nepravda, nepravdivý, nepravý, neřestný, nesprávný, pochybený, porušený, potulný, těkavý, vadný, chromý, churavý, invalida, invalidní, mrzáček, neplatný, neúplný, zkažený
ελαττωματικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abwegig, falsch, fehlerhaft, inkorrekt, irre, irrig, irrtümlich, lasterhaft, schief, unecht, unrichtig, unzutreffend, verkehrt, gebrechlich, verkrüppelt, mangelhaft, schadhaft, unvollkommen
ελαττωματικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: falsk, mangelfuld, usand, invalid, vanfør, defekt
ελαττωματικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: defectuoso, desacertado, errante, errático, erróneo, falso, vicioso, defectivo, inválido, lisiado, deficiente, falto, manco, trabajoso
ελαττωματικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: défectueux, erroné, fautif, faux, hagard, défectible, défectif, estropié, impotent, infirme, invalide, taré, vicieux
ελαττωματικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: difettoso, errante, errato, erroneo, falso, fasullo, guasto, infido, posticcio, sbagliato, scorretto, vizioso, infermo, invalido
ελαττωματικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bakvendt, falsk, feil, feilaktig, forkjært, mangelfull, urett, uriktig, usann, invalid, vanfør, defekt
ελαττωματικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ложный, неверный, ошибочен, ошибочный, поддельный, фальшивый, калека, увечный, дефектный, неидеальный, несовершенный
ελαττωματικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fel, felaktig, mangelfull, vanför, bristfällig, defekt, underhaltig
ελαττωματικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: памылковы
ελαττωματικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vale
ελαττωματικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: väärä, epätäydellinen
ελαττωματικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: lažan, invalid
ελαττωματικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhibázott, hibás, téves, gyarló, tökéletlen, fogyatékos, hiányos
ελαττωματικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: klaidingas
ελαττωματικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desacertado, erróneo, falso, incorrecto, vicioso, defectivo, inválido, deficiente, falto, manco
ελαττωματικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fals
ελαττωματικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: napačen
ελαττωματικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дефектний, зіпсований, недосконалий, нездоровий, неправильний, помилковий, порочний, хибний
ελαττωματικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: błędny, ułomny, wadliwy
ελαττωματικός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chromý
ελαττωματικός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ελαττωματικός στα αγγλικά, ελαττωματικόσ κάδοσ bucket, ελαττωματικός κάδος