lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκτιμώ

Λεξικό: αγγλικά εκτιμώ
Μεταφράσεις: appraise, appreciate, charge, cherish, esteem, repute, treasure, value, account, assess, calculate, estimate, evaluate, judge, measure, quantify, tax, respect, revere
εκτιμώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cena, cenit, ctít, hodnotit, ocenit, oceňovat, odhadnout, ohodnotit, zhodnotit, odhad, odhadovat, posoudit, taxovat, úcta, usoudit, vážnost, zdanit, odměřit, dbát, respektovat, uctít, uctívat
εκτιμώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewerten, einschätzen, respektieren, schätzen, richtig, anschlagen, veranschlagen, werten, abgeschätzt, benoten, geschätzt, besteuern, achten, beachten, ehren, schonen, verehren, taxieren
εκτιμώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agte, beregne, respekt, skatte, vurdere, agtelse, bedømme, beskatte, evaluere, taksere, ære, respektere
εκτιμώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apreciar, bienquerer, estimar, importe, preciar, precio, tasar, valorar, valorizar, avaluar, calificar, cotizar, evaluar, valuar, calcular, honrar, respetar, venerar
εκτιμώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: apprécier, chérer, chérir, estimer, évaluer, priser, applaudir, coter, critiquer, jauger, taxer, ventiler, considérer, estime, honorer, respecter, révérer, vénérer
εκτιμώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apprezzare, calcolare, gradire, pregio, reputare, stimare, valutare, valorizzare, accertare, conto, quotare, stima, onorare, rispettare, venerare
εκτιμώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anerkjenne, beregne, høyakte, respekt, skatta, skatte, verdsette, vurdere, aktelse, bedømme, beskatte, granska, evaluere, skatt, taksere, ære, akte, hedre, respektere, iligne
εκτιμώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дорожить, лелеять, оценивать, стоимость, ценить, оценить, расценить, соблюдать, уважать, таксировать
εκτιμώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktning, respekt, skatta, uppskatta, värdera, bedöma, taxera, värdering, betygsätta, granska, skatt, respektera, skona
εκτιμώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: çmoj, nderoj
εκτιμώ στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ценност
εκτιμώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ацэньваць, ацаніць, паважаць, шанаваць
εκτιμώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: hind
εκτιμώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvioida, arvo, arvostaa, harkita, helliä, pitää, laskea, taksoittaa, kunnioittaa
εκτιμώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: cijena
εκτιμώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becsül, értékel, értékelni, méltányolni, saccol, tisztelni
εκτιμώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kaina, gerbti
εκτιμώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ajuizar, apreciar, avaliar, estimar, importe, valorar, valorizar, orçar, taxar, honrar, respeitar, venerar
εκτιμώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aprecia, evalua
εκτιμώ στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: cena
εκτιμώ στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: міра, норма, оцінити, оцінювати, потужність, пропорція, розглядати, розглянути, розцінка, ставка, ступінь, тариф, ціна, цінити, цінувати, цінуйте, швидкість, вага, важити, винагорода, встановити, зважити, зважувати, здати, кваліфікувати, кваліфікуйте, класти, навчати, навчатися, навчити, навчитися, нагорода, обмірковувати, обміркувати, оцініть, покладати, покласти, поміщений, поставити, приз, притулити, притуляти, проставити, складати, скласти, ставити, тягар, поважати, уважати, шанувати
εκτιμώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cenić, doceniać, oceniać, ocenić, oszacować, szacować, szanować, taksować
εκτιμώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εκτιμώ συνώνυμα, εκτιμώ και υπολογίζω με το νου, εκτιμώ το ποσοστό, εκτιμώ in english, εκτιμώ λεξικο, εκτιμώ κλίση, εκτιμώ ορισμος, εκτιμώ στα αγγλικά, εκτιμώ βαθύτατα, εκτιμώ μετάφραση αγγλικά