lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκμεταλλεύομαι

Λεξικό: αγγλικά εκμεταλλεύομαι
Μεταφράσεις: exploit, utilize, deplete, use
εκμεταλλεύομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: vykořistit, vykořisťovat, vytěžit, využívat, zneužít, zneužívat, zužitkovat
εκμεταλλεύομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbauen, ausbeuten, auswerten, auszubeuten, ausgenutzt, ausgewertet, ausnutzen, gebrauchen, genutzt
εκμεταλλεύομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: udbytte, nytte
εκμεταλλεύομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: explotar, aprovechar, utilizar
εκμεταλλεύομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: exploiter, saisir
εκμεταλλεύομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sfruttare, afferrare
εκμεταλλεύομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: utbytte, avbeta, nytte
εκμεταλλεύομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: использовать, эксплуатировать
εκμεταλλεύομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: exploatera, avbeta, utnyttja
εκμεταλλεύομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiaknáz, üzemeltet, felhasznál, kihasznál
εκμεταλλεύομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: explorar, instrumentalizar
εκμεταλλεύομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: eksploatować, wykorzystać
εκμεταλλεύομαι στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выкарыстаць, выкарыстоўваць, скарыстаць, скарыстоўваць, ужыць
εκμεταλλεύομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: використати, використовувати, передбачати, передбачити, передбачте, передчувати, сподіватися
εκμεταλλεύομαι στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εκμεταλλεύομαι στα αγγλικα, εκμεταλλεύομαι συνωνυμα, εκμεταλλεύομαι παθητικη, εκμεταλλεύομαι μεταφραση, εκμεταλλεύομαι συνωνυμο, εκμεταλλεύομαι ετυμολογια, εκμεταλλεύομαι translate