lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκλέγω

Λεξικό: αγγλικά εκλέγω
Μεταφράσεις: choose, chose, cull, dial, elect, multiplex, pick, select
εκλέγω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: přebírat, volit, vybírat, vybrat, zvolit
εκλέγω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausersehen, auserwählen, ausheben, ausklauben, auswählen, herausnehmen, wählen
εκλέγω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kåre, vælge
εκλέγω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acotar, elegir, escoger, optar, seleccionar
εκλέγω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acclamer, choisir, composer, élire, opter, sélectionner, trier
εκλέγω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eleggere, optare, scegliere, selezionare
εκλέγω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dra, kåre, velge
εκλέγω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выбирать, избирать, отбирать
εκλέγω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: utvälja
εκλέγω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zgjedh
εκλέγω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выбіраць
εκλέγω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: valikoida, valita
εκλέγω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izabrati
εκλέγω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: eljár, kiválasztani
εκλέγω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: escolher, esconder, nomear, optar, seleccionar
εκλέγω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: alege
εκλέγω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виберіть, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, засвоїти, засвоювати, збирати, зібрати, зірвати, набирати, набрати, обирати, обрати, підбирати, підібрати, приймати, прийміть, прийняти, скупчувати, удочерити, усиновити
εκλέγω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wybierać
εκλέγω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εκλέγω αόριστος, εκλέγω αρχικοί χρόνοι, εκλέγω στα αγγλικά, εκλέγω conjugation