lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκκρίνω

Λεξικό: αγγλικά εκκρίνω
Μεταφράσεις: assign, discharge, educe, emit, escape, excrete, exude, isolate, mete, parcel, ration, seclude, secrete, shed, transpire
εκκρίνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: prýštit, vylučovat, vyměšovat, vypařovat, vyzařovat, vydávat
εκκρίνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausscheiden, ausströmen, austeilen, auszusondern, schwitzen
εκκρίνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desprender, emanar, exhalar, segregar, separar
εκκρίνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compartimenter, émaner, excréter, exhaler, sécréter, transpirer, dégager
εκκρίνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: emanare, stillare, traspirare
εκκρίνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: utskille
εκκρίνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выделять, испускать, источать, выделить
εκκρίνω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выбіраць, выдзяляць, вылучаць
εκκρίνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erittää, hikoilla, hiota
εκκρίνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: exalar
εκκρίνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцентувати, акцентуйте, видихати, виділити, виділіться, виділяти, видохнути, винищити, винищувати, випускати, випустити, випустіть, відокремтеся, еволюціонувати, знищити, знищувати, ліквідувати, ліквідуйте, підкреслити, підкреслювати, принесіть, принести, приносити, розвиньтеся, розподіліть, усувати, усунути
εκκρίνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wydzielać, wydzielić
εκκρίνω στα πολωνική »