lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκκαθαρίζω

Λεξικό: αγγλικά εκκαθαρίζω
Μεταφράσεις: abolish, eliminate, liquidate, absolve, clarify, clean, pure
εκκαθαρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: likvidovat, odstranit, vynechat, vyřídit, zlikvidovat, zrušit, čistit, očistit, pročistit, uklidit, uklízet, vyčistit
εκκαθαρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: liquidieren, gereinigt, gesäubert, putzen, reinemachen, reinigen, säubere, säubern, beseitigen
εκκαθαρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fjerne, likvidere, rense, rydde
εκκαθαρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: liquidar, suprimir, limpiar, mondar, purificar
εκκαθαρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: liquider, supprimer, apurer, déblayer, décaper, décrasser, déféquer, dégorger, der, épinceter, éplucher, épucer, épurer, nettoyer, purger, purifier, rectifier
εκκαθαρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: eliminare, liquidare, forbire, nettare, pulire, pulita, ripulire
εκκαθαρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avvikle, fjerne, likvidere, avklare, pusse, rense, rydde, nedlegge
εκκαθαρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ликвидировать, уничтожать, обчистить, очистить, почистить, расчистить, чистить
εκκαθαρίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ліквідаваць
εκκαθαρίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: liquidar, suprimir, assear, limpar, mondar
εκκαθαρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: винищити, винищувати, знищити, знищувати, ліквідовувати, ліквідувати, ліквідуйте, розмістіть, розпоряджатися, розпорядитися, розташовувати, розташувати, усувати, усунути
εκκαθαρίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: likwidować, oczyścić, zlikwidować
εκκαθαρίζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: rena, rentvå, likvidera, slopa
εκκαθαρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kirkastaa, perata, puhdistaa, siistiä
εκκαθαρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: valyti
εκκαθαρίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felszámol, likvidál, megszüntet
εκκαθαρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zrušiť
εκκαθαρίζω στα σλοβακική »