lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εκδίδω

Λεξικό: αγγλικά εκδίδω
Μεταφράσεις: appear, consume, dispense, edit, emit, expend, give, issue, jangle, judge, negotiate, produce, publish, seem, seemed, spend, spent, utter, yield
εκδίδω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dát, dávat, emitovat, odevzdat, plodit, podat, připadat, publikovat, redigovat, rodit, rozdávat, udat, utrácet, utratit, uveřejnit, věnovat, vydat, vydávat, vyhlásit, vyjádřit, vynakládat, vynaložit, vypadat, vysílat, vyslat, vyzařovat
εκδίδω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgeben, auflegen, ausfolgen, ausgeben, ausliefern, aussehen, ausströmen, edieren, ergeben, erlassen, erscheinen, herausbringen, herausgeben, redigieren, verausgaben, verbrauchen, verbringen, vorkommen
εκδίδω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åbenbare, forekomme, foreligge, forråde, gi, give, publicere, redigere, se, synes, te, udgive, virke
εκδίδω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: despedir, dictar, editar, emitir, entregar, exhalar, expender, gastar, parecer, producir, publicar, redactar
εκδίδω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bailler, chercher, dépenser, donner, éditer, émettre, exhaler, extrader, livrer, publier, rédiger, sembler
εκδίδω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: apparire, compilare, dare, emettere, impartire, parere, pubblicare, rilasciare, sembrare, spendere
εκδίδω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forekomme, forelegge, forråde, gi, publisere, redigere, synes, te, utgi, utstede, verka, virke
εκδίδω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: выдавать, издавать, испускать, казать, обнародовать, расходовать, тратить
εκδίδω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: angiva, te, tyckas, verka
εκδίδω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: botoj
εκδίδω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: абзывацца, аддаваць, выдаваць, выдаткоўваць, вылучаць, выпускаць, даваць, распаўсюджваць, расходаваць
εκδίδω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ilmuma, kulutama
εκδίδω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: antaa, julkaista, kuluttaa, lähettää, näyttää, toimittaa, tuntua, viettää
εκδίδω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kiadni
εκδίδω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: consumir, denunciar, editar, emitir, entregar, exalar, expender, gastar, parecer, produzir, publicar, redactor
εκδίδω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: izdati
εκδίδω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видавати, видати, виказати, виказувати, викладати, викласти, викликати, випаруйтеся, випускати, випустіть, висилати, вислати, висловити, висловлювати, витратити, витратьте, витрачати, відправити, зображувати, зобразити, зраджувати, зрадити, зрадіти, зрадьте, казати, надіслати, надсилати, наказати, наказувати, направити, направляти, пересилати, переслати, посилати, послати, пошліть, представити, представляти, прислати, провести, проводити, репрезентувати, розказати, розказувати, розпізнавати, розпізнати, розповідати, розповісти, символізувати, скажіть, слати, споживати, спожити, уособити, уособлювати, чахніть
εκδίδω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wydawać
εκδίδω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εκδίδω κλίση, εκδίδω στα αγγλικά, εκδίδω συνώνυμο, εκδίδω το βιβλίο μου, εκδίδω συνώνυμα, εκδίδω τιμολόγιο, εκδίδω λεξικό, εκδίδω αόριστος, εκδίδω προστακτική, εκδίδω παρακείμενος