lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εισπνέω

Λεξικό: αγγλικά εισπνέω
Μεταφράσεις: aspirate, breathe, inhale, inspire
εισπνέω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aspirovat, dýchat, inhalovat, inspirovat, nadechnout, nasát, nasávat, podněcovat, podnítit, vdechnout, vdechovat, vnuknout, vzbudit
εισπνέω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: atmen, einatmen, eingeatmet, inspirieren
εισπνέω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: inhalere, inspirere, puste
εισπνέω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aspirar, inhalar, inspirar
εισπνέω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aspirer, humer, inhaler, inspirer, rhumer
εισπνέω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aspirare, inalare, inspirare, ispirare
εισπνέω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: inhalere, inspirere, puste
εισπνέω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вдыхать, воодушевлять
εισπνέω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: inandas
εισπνέω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: удыхаць
εισπνέω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: innoittaa, inspiroida
εισπνέω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aspirar, inalar, inspirar
εισπνέω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вдихати, надихніть, надихнути, надихувати, натхнути
εισπνέω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wdychać
εισπνέω στα πολωνική »