lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ειδικός

Λεξικό: αγγλικά ειδικός
Μεταφράσεις: adept, assessor, conversant, expert, fluent, proficient, skilled, actuary, professional, adjuster, surveyor, tester, administer, buff, cognoscente, connoisseur, hepcat, judge, wiz
ειδικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odhadce, zběhlý, zkušený, znalec, odborník, odborný, profesionál, rozhodčí, soudce, znalecký
ειδικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewandert, erfahren, flott, geläufig, geschickt, kundig, sachkundig, experte, gutachter, sachverständige, sachverständiger, fachmann, profi, sachkenner, kenner
ειδικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dreven, dygtig, ekspert, erfaren, fagmand, kyndig, mester, sagkyndig, dommer
ειδικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: diestro, ducho, entendido, experto, hábil, mañoso, pericial, perito, práctico, conocedor, especialista, profesional
ειδικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: expert, versé, juge, sage, professionnel, spécialiste, antiquaire, canoniste, connaisseur, feudiste, gastronome, héraldiste, paléologue, romaniste, technicien
ειδικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abile, esperto, perito, professionale, professionista, professionistico, specialista, giudice, intenditore
ειδικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dreven, dyktig, ekspert, erfaren, kyndig, mester, sakkyndig, fagmann, profesjonell, sakkunnig, dommer, kjenner, skjønner
ειδικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: искусный, опытный, умелый, эксперт, специалист, знаток
ειδικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: flytande, expert, sakkunnig
ειδικός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: експерт
ειδικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ekspert
ειδικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erikoistuntija, ammattilainen, ammattimainen, asiantuntija
ειδικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: iskusan
ειδικός στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ekspertas, nagingas, žinovas
ειδικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: hábil, pericial, perito, convocador, destro, esperto
ειδικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: biegły, ekspert, fachowiec, rzeczoznawca, znawca
ειδικός στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: szakember, szakértő, bíró
ειδικός στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: expert
ειδικός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: екзаменатор, експерт, відомий, знавець, знайомий, кит, обізнаний, спостерігач, фахівець
ειδικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: знаток, знаўца
ειδικός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

ειδικός λογαριασμός κονδυλίων έρευνας, ειδικός εκλογικός αριθμός, ειδικός φόρος ακινήτων, ειδικός κωδικός εγγραφής stoiximan, ειδικός λογαριασμός κονδυλίων έρευνας εμπ, ειδικός διάδοχος, ειδικός φόρος κατανάλωσης, ειδικός γραμματέας σεπε, ειδικός λογαριασμός κονδυλίων έρευνας απθ, ειδικός διανεμητικός λογαριασμός νέων δικηγόρων 2013