lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εγχειρίζω

Λεξικό: αγγλικά εγχειρίζω
Μεταφράσεις: act, execute, function, operate, work, affect
εγχειρίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: běžet, fungovat, jednat, konat, operovat, postupovat, pracovat, provádět, provést, působit, účinkovat, vykonat, vykonávat, způsobit
εγχειρίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeiten, betätigen, funktionieren, handeln, operieren, schaffen, tun, wirken
εγχειρίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: agere, akt, arbejde, fungere, gå, gøre, handle, operere, virke, betjene, drive
εγχειρίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actuar, andar, funcionar, hacer, obrar, operar, trabajar
εγχειρίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agir, fonctionner, interagir, marcher, militer, opérer, tourner
εγχειρίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agire, funzionare, operare, scattare
εγχειρίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: agere, akt, arbeide, fungere, fungert, gå, handla, handle, operere, verka, virke, betjene, drive
εγχειρίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: действовать, оперировать, задействовать, подействовать, сработать
εγχειρίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: akt, fungera, funktion, gå, göra, handla, syssla, uppgift, verka, virke, drive, operera
εγχειρίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: punoj
εγχειρίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: уздзейнічаць, хадзiць
εγχειρίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegutsema
εγχειρίζω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käydä, toimia, vaikuttaa
εγχειρίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: működni, tevékenykedik, üzemel
εγχειρίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dirbti, veikti
εγχειρίζω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: actuar, agir, fazer, formar, funcionar, obrar, operar, proceder, trabalhar
εγχειρίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: delati
εγχειρίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вадити, виконайтеся, виходити, відбуватися, відновлювати, вчинити, вчиняти, далі, дійте, діяти, діятися, експлуатувати, завадити, зайнятися, знаряддя, зробити, інструмент, керувати, кидатися, кинутися, линути, мчати, мчатися, натиск, помчати, поновити, поновлювати, поновляти, попрацювати, працювати, праця, прикиньтеся, прилад, продовжтеся, продовжувати, просуватися, робити, робота, роботи, робочий, служити, спішний, твір, функціонувати, чинитися, шелестіти
εγχειρίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: działać, operować, zadziałać
εγχειρίζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

εγχειρίζω λεξικό