lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εγκοπή

Λεξικό: αγγλικά εγκοπή
Μεταφράσεις: nick, nock, notch, dent, incision, indent, indentation, indention, indenture, nicking, score, scotch, snick
εγκοπή στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drážka, naříznutí, vroubek, vrub, zářez, zásek, zub, dluh, řez
εγκοπή στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: kerbe, kerbholz, einschnitt, schnitt
εγκοπή στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hakke, skår
εγκοπή στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: corte, cortada, cortadura, incisión
εγκοπή στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: coche, cran, encoche, entaille, hoche, coupure, entamure, enture, incision, moucheture
εγκοπή στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: intaccatura, intaglio, tacca, incisione
εγκοπή στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: hakk, innsnitt, skår, utskjæring
εγκοπή στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: зарубка, взрез, засечка, надрез, нарез, нарезка, порез
εγκοπή στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: зарубка, надразанне, надрэз
εγκοπή στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kolo, lovi
εγκοπή στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, зріз, карб, косити, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, стригти, фасон, надріз, скорочування, скорочувати
εγκοπή στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: karb, nacięcie
εγκοπή στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bevágás, rovátka
εγκοπή στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

εγκοπή αγγλικά