lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εγκαταλείπω

Λεξικό: αγγλικά εγκαταλείπω
Μεταφράσεις: abandon, abort, desert, desolate, elide, exit, forsake, leave, miss, relinquish, skip, slacken, slouch, absent, descend, forsaken, left, omit, quit, quite, vacate, ditch, cease, desist, discard, waive, divest, recede, abdicate, disclaim, forego, forgo, quitclaim, renounce, resign
εγκαταλείπω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dezertovat, nechat, nechávat, odcházet, odejít, odjet, odjíždět, opouštět, opustit, ponechávat, povolit, svěřit, upustit, uvolnit, vyjet, vynechat, vynechávat, zanechat, zanedbávat, zapomenout, zběhnout, zůstavit, evakuovat, klesat, odstoupit, sejít, sestoupit, sestupovat, sjet, snížit, vyklidit, vyprázdnit, zanedbat, končit, odmítnout, přestat, přestávat, skončit, ukončit, ustat, zastavit, abdikovat, odstupovat, ponechat, postoupit, rezignovat
εγκαταλείπω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfahren, abreisen, aufgeben, lassen, senken, verlassen, verpassen, versäumen, weggehen, weglassen, zurücklassen, auslassen, einholen, herunterlassen, niederlassen, quittieren, räumen, übersprangen, preisgeben, desertieren, abkommen, aufhören, beenden, bleibenlassen, enden, unterlassen, fallenlassen, entsagen, verzichten
εγκαταλείπω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: afgå, desertere, forlade, forlagte, fraflytte, løslade, slippe, dale, synke, udelade, forsømme, ophøre, resignere
εγκαταλείπω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dejar, desamparar, desertar, omitir, salir, abandonar, aburrir, bajar, descender, descolgar, emperezar, suprimir, desechar, repudiar, desistir, renunciar, resignar, abnegar, desapropiarse
εγκαταλείπω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abandonner, délaisser, déserter, détrousser, esseuler, lâcher, laisser, partir, quitter, vider, abaisser, baisser, caler, évacuer, omettre, rabattre, renoncer, cesser, négliger, résigner, abdiquer, désister
εγκαταλείπω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abbandonare, disertare, lasciare, mollare, omettere, partire, calare, sfollare, tralasciare, piantare, cessare, deporre, finire, smettere, abdicare, rinunciare, rinunziare
εγκαταλείπω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avreise, desertere, etterlate, forlate, fraflytte, glipp, nedsette, slippe, avflytta, dale, overgi, senke, synke, utelate, avgå, oppgi, forsømme, sluta, avstå, renonsere, resignere, strunta, frasi
εγκαταλείπω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: опустить, оставлять, покинуть, приспустить, опускать, покидать, упускать, бросать, бросить, побросать, прекратить, отказать
εγκαταλείπω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lämna, nedsätta, överge, sänka, avflytta, avgå, sluta, avstå, frånträda, strunta, abdikera
εγκαταλείπω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erota, hylätä, jättää, lähteä, luopua, alentua, aleta, laskeutua, karata
εγκαταλείπω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: otići, napustiti, silaziti, odustati
εγκαταλείπω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elhagy, leereszteni, abbahagy, eldobni, elvetni, lemond, lemondani
εγκαταλείπω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abandonar, adejar, deixar, desamparar, desertar, omitir, partir, renunciar, resignar, descender, descer, sair, suprimir, cessar, desistir
εγκαταλείπω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pustiti
εγκαταλείπω στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opuścić, opuszczać, porzucać, porzucić, zaniechać, zrezygnować, zrzekać
εγκαταλείπω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: zbres
εγκαταλείπω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пакідаць, паскідаць, пускаць
εγκαταλείπω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виїжджати, виїхати, відійти, залишати, залишити, звільніть, кинути, лишати, лишити, облишати, облишити, переїхати, поїхати, покидати, покинути, пустеля
εγκαταλείπω στα ουκρανικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: opustiť
εγκαταλείπω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

εγκαταλείπω συνώνυμα, εγκαταλείπω παθητική μετοχή, εγκαταλείπω την ποίηση, εγκαταλείπω τα εγκόσμια, εγκαταλείπω αγγλικα, εγκαταλείπω ορισμός, εγκαταλείπω στα αγγλικα, εγκαταλείπω wikipedia