lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: εγγύηση

Λεξικό: αγγλικά εγγύηση
Μεταφράσεις: bail, guarantee, guaranty, pledge, safeguard, security, warranty, warrantee, bailsman, bondsman, guarantor, sponsor, voucher, warrant, drone, whirr
εγγύηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: zajištění, záruka, zástava, kauce, ručení, ručitel, jistota
εγγύηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bürgschaft, garantie, garantieschein, gewähr, gewährleistung, sicherung, bürge, garant, gewährsmann, pfand, kaution
εγγύηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: betryggelse, garanti, pant, værdipapir, garant, borgen
εγγύηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: caución, garantía, saneamiento, seguridad, fianza, abonador, fiador, garante, abono
εγγύηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gage, garantie, caution, cautionnement, fidéjussion, accréditeur, garant, répondant, sujet, aval, contre-caution, assurance, palladium, surface
εγγύηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: garanzia, pegno, cauzione, garante, fideiussione
εγγύηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: betryggelse, garanti, kausjon, pant, vern, verdipapir, garant, borgen
εγγύηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: гарантия, залог, поручительство, поручитель, порука, ручательство
εγγύηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: garanti, kausjon, borgen
εγγύηση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: залог
εγγύηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гарантыя, паручыцельства, паручыцель, залог
εγγύηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: garantii, kautsjon
εγγύηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: takaus, takuu, vakuus, takaaja
εγγύηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: garancija
εγγύηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: garancia, jótállás, óvadék, kezes
εγγύηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: garantija
εγγύηση στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: záruka, ručiteľ, ručenie
εγγύηση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безпека, впевненість, гарантія, довіреність, забезпечення, забезпечувати, запевнення, запорука, затвердження, захист, надійність, охорона, певність, порука, поручительство, ствердження, стверджування, страхування, упевненість, ваучер, застава, поручитель, поручництво, гарант, невільник, поручник, раб, розписка, спонсор, гарантійний, гарантування, гарантувати, завдаток, заклад, закладна, заложник, заставляти, заставна, заставу, іпотека, облігація, серйозний
εγγύηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gwarancja, poręczenie, poręczyciel, poręka, rękojmia, wadium
εγγύηση στα πολωνική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: franza, abonador, fiador, garante, abono, empeço
εγγύηση στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

εγγύηση για τη νεολαία, εγγύηση καλής λειτουργίας, εγγύηση iphone, εγγύηση δεη, εγγύηση πλαίσιο, εγγύηση για τους νέους, εγγύηση apple, εγγύηση hp, εγγύηση για την νεολαία, εγγύηση προϊόντων