lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δύσκολος

Λεξικό: αγγλικά δύσκολος
Μεταφράσεις: arduous, beamy, burdensome, difficult, grave, grievous, hard, harsh, heaviest, heavy, heavyweight, hulking, logy, outrageous, ponderous, serious, severe, stiff, stodgy, weighty, formidable, intricate, knotty, tough
δύσκολος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drsný, hluboký, hrubý, krušný, krutý, masivní, namáhavý, natvrdo, obtížný, pádný, perný, pracný, přísný, prudký, těžkopádný, těžký, tíživý, trpký, tvrdý, vážný, nelehký, nesnadný, příkrý, strmý
δύσκολος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anstrengend, diffizil, ernst, folgenschwer, grob, hart, mühsam, sauer, schwer, schwierig, wichtig, mühevoll
δύσκολος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: alvorlig, besværlig, grav, hård, prøvende, svær, tung, tungindustri, vanskelig, vigtig
δύσκολος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arduo, cerrado, difícil, duro, fuerte, grave, grueso, laborioso, oneroso, penoso, pesado, riguroso, rudo, serio, severo, torpe, trabajoso, espinoso, pantanoso
δύσκολος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: anhélant, confiné, critique, difficile, dur, grave, grief, laborieux, lourd, malaisé, mastoc, matériel, onéreux, pénible, pesant, rude, somme, vexatoire, ardu, climatérique, épineux, hérisson, revêche
δύσκολος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aspro, difficile, duro, faticoso, grave, greve, pesante, sodo, arduo
δύσκολος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: alvorlig, besværlig, dryg, grav, grov, hard, kinkig, klumpig, prøvende, tung, tungindustri, vanskelig, vrien
δύσκολος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: затруднительный, мучительный, трудный, затруднителен, труден, хлопотный
δύσκολος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åbäkig, arbetsam, besvärlig, dryg, grav, kinkig, klumpig, prövande, svår, svårt, tung, mödosam, vansklig
δύσκολος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цяжкi, цяжкаваты, цяжкі
δύσκολος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: raske, tõsine
δύσκολος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ankara, hankala, isotöinen, kankea, kova, rankka, rasittava, raskas, sikeä, tärkeä, törkeä, totinen, tuima, tukala, työläs, vaikea, kiperä
δύσκολος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tegoban, težak, važan
δύσκολος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bajos, keserves, nehéz, súlyos, fáradságos
δύσκολος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sunkus, kietas
δύσκολος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: árduo, difícil, duro, grave, oneroso, penoso, pesado, rigoroso, severo, torpe, trabalhoso, apurado, complicado, dificultoso
δύσκολος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: dificil, greu
δύσκολος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: grob, težek, trd, trden
δύσκολος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важкий, витончений, вишуканий, вузлуватий, гострий, делікатний, колючий, крихкий, ламкий, масивний, міцний, напружений, недотепний, незграбний, неприємний, нерівний, образливий, працюється, різкий, сильний, складний, скрутний, слабкий, спроба, суворий, трудний, турботний, тяжкий, шерехатий, шершавий, шорсткий
δύσκολος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciężki, trudny
δύσκολος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δύσκολος συνώνυμα, δύσκολος καιρός για πρίγκιπες, δύσκολος καιρός, δύσκολος μένανδρος, δύσκολος άνθρωπος, δύσκολος δρόμος, δύσκολος μενάνδρου, δύσκολοσ στόχοσ, δύσκολος ετυμολογία, δύσκολος τοκετός