lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: δύναμη

Λεξικό: αγγλικά δύναμη
Μεταφράσεις: cardinality, force, harder, might, power, strength, superpower, main, mightiness, potency, puissance, agency, brunt, forcefulness, highness, lustiness, nerve, poignancy, sinew, importune, administration, ascendancy, authority, control, dominion, hierarchy, mastery, reign, rule, sway, throne
δύναμη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kapacita, moc, moci, mocnost, mohutnost, násilí, pevnost, platnost, pravomoc, schopnost, síla, smět, účinnost, vliv, energie, intenzita, kousavost, nerv, prudkost, síly, šlacha, štiplavost, sžíravost, donucovat, donutit, nutit, překroutit, přinutit, vnucovat, vnutit, vynutit, vypáčit, autorita, nadvláda, odborník, orgán, ovládnutí, panství, převaha, správa, úřad, vážnost, vláda
δύναμη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bann, energie, gewalt, kraft, leistung, macht, potenz, stärke, vermögen, wucht, großmacht, erzwingen, erzwungen, zwingen, autorität, berechtigung, bevollmächtigung, dominanz, ermächtigung, herrschaft, kontrolle, oberherrschaft, regierung, vorherrschaft
δύναμη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: åndsevne, autoritet, effekt, fastet, hold, kraft, magt, mat, styrke, vende, potens, drivkraft, must, nerve, ork, vold, voldsomhed, tvinge, herredømme, kontrol, mandat, myndighed, øvrighed, regering, styre
δύναμη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dominación, dominio, firmeza, fortaleza, fuerza, poder, potencia, brío, energía, ímpetu, intensidad, vigor, forzar, autoridad, cetro, imperio, mando
δύναμη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: autorité, bras, capacité, énergie, flotte, force, grandeur, pouvoir, puissance, robustesse, trempe, vigueur, faculté, forces, intensité, mordacité, nerf, pesanteur, poigne, sève, traction, véhémence, violence, virilité, virtualité, astreindre, contraindre, extorquer, forcer, commandement, domination, église, empire, gouvernement, juridiction, magistrature, obéissance, prépotence, sceptre, sécularité, seigneurie, septennat, souveraineté
δύναμη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: energia, forza, potenza, potere, vigore, animo, nerbo, nervo, violenza, costringere, forzare, autorevolezza, autorità, dominio, egemonia, padronanza
δύναμη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: åndsevne, autoritet, dyktighet, effekt, fasthet, hold, kraft, makt, styrka, styrke, velde, rike, stormakt, potens, drivkraft, must, nerve, ork, vold, avtvinga, tvinge, autorisasjon, mandat, myndighet, øvrighet, regjering
δύναμη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: могущество, сила, уйма, энергия, держава, мощность, мощь, способность, вынудить, авторитет, владычество, власть, господство
δύναμη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: effekt, fasthet, kraft, makt, styrka, stormakt, potens, must, ork, avtvinga, mandat, välde
δύναμη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: forcë, pushtet, detyroj
δύναμη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: могъщество, мощ, насилие, сила, авторитет
δύναμη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: сіла, магутнасць, моц, улада
δύναμη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jõud, tugevus, vägevus, vägi, kontroll
δύναμη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: mahtavuus, mahti, pakko, saattaa, valta, voima, pystyä, teho, väkevyys, rajuus, pakottaa, arvovalta, auktoriteetti, herruus
δύναμη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: moć, sila, snaga, moći, sposobnost, prisiliti, vlast
δύναμη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: energia, erő, hatalom, hatvány, teljesítmény, bírni, képesnek, lenni, tud, tudni, nagyhatalom, fennhatóság, hatóság, kormány, kormányzás
δύναμη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: galia, jėga, autoritetas
δύναμη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: força, fortaleza, furna, intensidade, poder, potencia, potência, vigor, energia, potenciar, ímpeto, citar, ditar, impar, impor, obrigar, autoridade, competência, controle, demagogia, império, mando, reino, seroarão
δύναμη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: forţă, autoritate
δύναμη στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: lahko
δύναμη στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výkon, sila
δύναμη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: агентство, агенція, бюро, велич, виразність, вудка, вудочка, гідність, глибина, гучність, дія, доброчесність, достоїнство, енергетичний, енергія, жвавість, імпульс, інтенсивність, міцність, міць, могутність, наголос, наголошення, напруження, насильство, потенція, поштовх, прагнення, представництво, прут, рука, сила, стержень, стрижень, том, цінність, чеснота, обсяг, отруйність, авторитет, виводок, витримати, владу, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, вхопити, головування, держати, домініон, затискати, затискувати, затиснути, здібність, кермо, компетенція, майстерня, панування, перевага, повноваження, провести, проводити, руль, стерно, стискати, стискувати, схопити, тримати, триматися, ухопити, ухопитися, факультет
δύναμη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: moc, mocarstwo, potęga, siła, wymusić, władza
δύναμη στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

δύναμη coriolis, δύναμη πολιτών, δύναμη laplace, δύναμη ψυχής, δύναμη ελπίδας, δύναμη lorentz, δύναμη πολιτών μαραθώνα, δύναμη αναγέννησης, δύναμη πολιτών ηράκλειο, δύναμη δέλτα